Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Κρυφτούλι

Ενα νεαρό παιδί, μου’χει κλέψει την καρδιά. Την ψάχνω στα καλώδια, και ψάχνω στα νερά, και την ψάχνω, μα όλο λείπει μέσ’τους κήπους. - ΤΑ ΚΡΥΦΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ -

Κάθε φορά που πρέπει να φεύγω

Κάθε φορά που πρέπει να φεύγω, λίγο, για να μ’αγαπάς, πολύ , είναι θέμα αντοχής, -no risk Γιατί είναι εύκολο ν’αγαπάει κανείς, Ω, στ’αλήθεια τόσο εύκολο ν’αγαπάει κανείς. Πυροβόλησα τις λέξεις στον αντίθετο τοίχο, Για να φτάσουν σε σένα, λίγο πολύ, ίσως, γιατί , ω! τόσο, μα τόσο εύκολα σ’αγαπάει στ’αλήθεια κανείς. Να μου λες να μιλώ σε όλους γύρω μου, ν’ακούς εσύ, Και να φεύγω λίγο μου λες, κι εσύ «σ’αγαπώ», «πολύ, πολύ» -λίγο πιο πολύ Που είναι εύκολο μωρό μου, τόσο εύκολο ν’αγαπάει κανείς. Να κάνω πως κοιτάζω τον καθρέφτη, για να με κοιτάς, κλεφτές ματιές, εσύ. Να τριγυρίζεις γύρω μου, λίγο λίγο, και πολύ, Και δήθεν τυχαία, να μ’ακούς που λέω, «μα,! είναι εύκολο ν’αγαπάει κανείς» αν είναι να’ρθει, θε να’ρθει... Κάθε φορά που πρέπει να φεύγω, για να μ’αγαπάς πολύ. Αθήνα 26.09.010

Ποια μέρα

Ποια ήταν η μέρα άνθρωπε που κάθισες, να δεις, Και να σκεφτείς, Πως να'ναι η τελευταία σου η ώρα, -Ή όταν θα’ρθει Θυμάσαι που ‘παιζες παιδί στα δέντρα χάμου και γελούσες. Καμία σκέψη για το θάνατο. -Πολύ μακριά ο θάνατος. Ποια μέρα κάθισες και κοίταξες τριγύρω τι σε σώνει, Και πόσο από το χώμα αυτό λίγο είσαι μακριά -Σε προστατεύει η απόσταση, Πόσο λίγο μακριά είναι το χώμα αυτό από σένα, ελάχιστα, Που πέρασες, και μπήκες κι ήταν πρωί μετά που μίσεψες και πήγες. Πως με κοιτάς περήφανα έτσι και με χαιρετάς, Στο φέρετρο εγώ, η εσύ - Ποιος ξέρει Πρώτος ποιος θα ξαπλώσει. Και ποιος στον άλλο δάκρυα στην πέτρα θα στεγνώσει. Κι εκείνες τις μέρες που ζήλεψα, τη φύση να ρουφήξω, αγάπη, και το σώμα, επάνω στο χώμα να σου κάνω έρωτα θέλησα. 'Αλλο απ'αυτό δεν ξέρω να κάνω. 26.09.010

Ο ποταμός

Από τη θάλασσα, αγάπη λες, πως πας στον ποταμό, στον έρωτα, Με μιαν κρυφή ελπίδα, τον πόθο της πηγής, μια σπίθα δίψα, Κι έπειτα; Κανείς. Οι άγγελοι μαζέψαν ότι άπλωσαν, και τη σκληρή τη θάλασσα, που πλάγιασε στον ουρανό για να στεγνώσει. Δεν άντεξαν την τόση γύμνια. Κρύφτηκαν σε ένα χαμηλό σπιτάκι. Απ’όπου ακούγεται το κελάρισμα του νερού απ'τα ανοιχτά κόκκινα παράθυρα. 24.09.010

Στον όμορφο τόπο περπάτησα

‘Εναν τόσο όμορφο τόπο. Πώς κλείσαμε την καρδιά μας, μάτια μου, και δεν τον εκοιτάξαμε. Πρόσφορα τα πέλαγα, μα τα λεηλατούμε. Μέρες και νύχτες, εποχές, και το φεγγάρι που ξεχάσαμε να δούμε, 'Ονειρα βαφτίσαμε τα φτερωτά σημεία, πουλιά και σπαρταράνε. Χύνεται η αγάπη μου πικρέ μου, κι ακούμπησα, για δες, στα κυπαρίσσια τα ψηλά να ξαποστάσω. Όλες οι θύμησες, μου σφυρίζουν με τα φύλλα, και μου μιλούν, και αντηχούν. Λίγο πιο πριν, λίγο μετά. Εναν τόσο όμορφο τόπο Πώς βασανίζουμε. Και πώς κρατάμε, καρδούλα μου, Τα μάτια μας κλειστά. Αθήνα, 24.09.010

If beauty

A Fragile dream you are my love. You smell like the snow in a winter noon. Followed by those who search for the sun, for those who search for you. Up high to the sky, here they come, I can see a walking line, see through the sky see through the sky. So tender is the sky. If beauty there is, then, these are the sounds. 23.09.010

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΤΕΒΑΣΕΙ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ;!

ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ. ΕΝΑ, ΔΥΟ. ΕΝ ΔΥΟ.ΜΕ ΡΥΘΜΟ. ΣΑΚΟΥΛΑ. ΣΑΚΟΥΛΕΣ, ΚΟΜΜΑΤΙΑ, ΚΟΥΤΑΚΙΑ, ΚΟΥΤΙΑ κι ΑΠΟΦΑΓΙ Α, ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ. Ανακύκλωση;! ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ, ΕΝΑ ΧΕΡΙ, ΕΝΑ ΜΠΡΑΤΣΟ, ΕΝΑ ΜΑΤΙ, ΕΝΑ ΠΟΔΙ ; ΕΝΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙ ΑΝΤΙΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟ. (ΑΣΤΕΡΙΑ ΑΠΟ ΧΩΜΑ ΚΑΙ ΝΕΡΟ;) ΟΙ ΘΙΑΣΑΡΧΕΣ, ΕΠΙΚΟΥΡΟΙ ΤΩΝ ΑΠΟΦΑΣΕΩΝ, ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΙΜΩΝ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΤΟΥ ΠΟΤΕ, ΜΑΛΩΝΟΥΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΟΥΣ: «ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΤΕΒΑΣΕΙ ΤΑ ΣΚΟΥΠΙΔΙΑ;!» «Ε;!!!» Αθήνα, 18.09.010