Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Έλα μαζί μου (Η πρόσκληση)

Μια παλάμη ανοιχτή, Κι ένα πλατύ χαμόγελο Μια πρόσκληση. Δες εδώ πιο κάτω, τι όμορφα φαίνεται η πλατεία Τα φώτα και στο βάθος η θάλασσα Σαν να καθόμαστε στη νύχτα με χιλιάδες ψυχές στην πλάτη μας Στους προμαχώνες της μνήμης. Πόσο πολύ και πόσο λίγο, ο χρόνος είναι ατελεύτητος δεν μπορείς να πεις. Τα σκαλοπάτια πέτρινα με λευκές ασβεστωμένες περιχαράξεις, Καλοκαίρι θαυμάτων, κι ένα ελαφρύ αγέρι του. Έλα και κάτσε δίπλα μου, να σου δείξω, μοσχοβολά το γιασεμί, Βλέπεις; Στο τέλος του δρόμου, πέρα από τα σπίτια. Δες. Εκεί που τα φώτα διαγράφουν ένα σχεδόν, μισό κύκλο, εκεί, είναι η θάλασσα. Κι εκεί ένα καράβι, πιο πέρα με εκείνα τα φώτα που χάνονται, κι απομακρύνονται. Αύριο το πρωί όμως, άκου, να βάλουμε γκαζάκι. Να κάνουμε καφέ. Να βγάλεις τα κουλουράκια, εκείνα με το αμύγδαλο. Να κάθομαι στην πολυθρόνα, κι ας τρίζει. Το αεράκι να με χαϊδεύει από το παράθυρο και να σε βάζω να κάθεσαι στην άκρια να μην κρυώνεις. Να μουδιάζει έτσι το σώμα μου, από τις λάμψεις του φεγγαριού που έχουν καθίσε...

Εκείνο το ταξίδι στην Ολλανδία που κάναμε

Εκείνο το ταξίδι στην Ολλανδία που κάναμε (;) Αναρωτιέμαι φορές Σαν τους στρατιώτες που τους δώσαν στα χέρια από ένα λουλούδι. Κι αν κάποιος έλεγε, εγώ μυρίζω γιασεμιά. Μαγευόσουνα. Κι ένας ορίζοντας μεγάλος ανοιγότανε, διάφανος. Ένα μεγάλο ταξίδι. Με τη ζέση που οι σειρές των δέντρων, σαν μαγνητάκια, με πίεσαν στοργικά κι έβλεπα πάλι έναν δρόμο. Με τις απουσίες τις δευτερεύουσες, τόσο έντονα, κι απών. Κι εκείνο το ταξίδι στην Ολλανδία. Με τις σειρές των κορμιών που οδηγούσαν στη θάλασσα Χωρίς ματαιότητα ή κυριότητα. Χωρίς κτήση πέραν μιας πλατειάς χαράς, και λίγο ήλιο να σε ζεσταίνει επίμονα. Ακόμη γράφω μερικές φορές, με κραγιόν, στους τοίχους. 26.09.09

Τα πράσινα φανάρια

Ξέρω ότι υπάρχεις χρόνια τώρα. Ηχείς σαν καμπάνες της νύχτας, Σαν τους αγγέλους. Οργισμένοι, με ένταση, πονεμένοι. Πανέμορφοι. Με τα μάτια, τα τόσο όμορφα μάτια. – πόσο να το πίστευες στ’αλήθεια. Στ’αλήθεια. Που γυρνάει σαν τον καραβοκύρη στην βάρκα του, στην θάλασσά του. Μα δεν είναι σαν τα δικά σου τα μάτια. , Τα μάτια σου. Οι εξάψεις ειλικρίνειας, ντροπής, και μάζεμα. Αυτά είναι τα καλέσματα. Αυτά είναι τα φανάρια. Καλέσματα. . Το φως τους, αν τ’αναγνωρίζεις, Και ποιος να το πίστευε στ’αλήθεια πως φώτιζαν τα πράσινα φανάρια, στ’αλήθεια. 24.09.09 - Βρυξέλλες

Η νύχτα στον έρωτα

Ξημέρωσε Σάββατο Τα σεντόνια μου Είναι γεμάτα λυμένες εξισώσεις όλης της εβδομάδας Δεν έχεις ξυπνήσει ακόμη.Αναπνέεις. 12.09.09

Περίμενέ με

Περίμενέ με, Ξέχασα τα κλειδιά επάνω στο ψυγείο, Δυο λεπτά δεν θ’αργήσω Περίμενέ με Ακού, Ναι, μη φύγεις Να, δυο λεπτά Μήπως καταφέρω να ορθώσω τα μάτια μου για να σε κοιτάξω Μήπως το καταφέρω Έσπασε και το τακούνι μου και πρέπει ν’αλλάξω παπούτσια. Περίμενε, περίμενε… Άφησα και τις κάρτες μου επάνω στο τραπέζι, Δυο λεπτά, δεν θ’αργήσω Κάτσε λίγο, ξέχασα την ομπρέλα μου στο αμάξι σου και θα βραχώ. την ψυχή μου στα γόνατά σου και βρέχει. την αγάπη μου στο πάγκο της κουζίνας σου μέσα στην κούπα του καφέ κι έχει πάρει να βροντάει. Στο κρεβάτι σου άφησα τις αστραπές. 12.09.09