Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Τα ρούχα

Φύσαε κείνο το βράδυ ο άερας, έκλεισα, κλείδωσα, κι έκατσα στην άκρη της σάλας, από τον φόβο της μεγάλης της γέννησης τρομάρα, κι άλλοι, Κείνοι με τα κόκκινα μαντήλια και τα ξεπεσμένα χέρια τους έλεγαν, θηλυκό, θηλυκό και καταριόντουσαν. Όχι, όχι, παληκάρι, λεβέντης θα γίνει. Από την άλλη πλευρά χτυπιόνταν οι άλλοι. Η Ασπασία πρώτη βγήκε στην μικρή πλατεία, Χωρίς διόλου λόγια, βάλθηκε να απλώνει ρούχα με ένταση, Και μετά κι η Δέσποινα, κι η Μαρία, κι η Ελένη, η Πηνελόπη, η Καλλιόπη. Όλες χωρίς να βγάλουν τσιμουδιά έβγαλαν τα μανταλάκια απ’την ποδιά, Κι άρχισαν να κρεμούν με μανία τα ρούχα τα φρεσκομυρωδάτα, τα καθαρά. Και το φεγγάρι γελούσε, και τ΄αστέρια πνιγόντουσαν στο βαθύ σκοτάδι. Βρυξέλλες, 25.08.011

Η κολώνα

Φτιάσαμε τα όνειρά μας με λίγες πέτρες, η ζωή μας, τις ρίξαμε βαθιά μέσ’το βυθό μιαν άγκυρα Να μην μας παίρνει η θάλασσα, να μην την παίρνει ο καιρός, το κύμα. Αίγινα, 15.08.011

Εσπερινός του σαββάτου

Στα καραβάνια, στους τροχούς του ήλιου έχω εναποθέσει την πύρινη μου σφεντόνα, Το παγωμένο μου σπαθί έπεσε ήδη στην Κακιά Σκάλα Μέρωσα τις θαλάσσιες χελώνες, Τραγουδάνε τώρα τα πουλιά στην πραγματική μου ζωή Και πετούν οι κουκουβάγιες, στην πραγματική μου ζωή, Καθώς ταξιδεύω. Η πραγματική μου ζωή είναι γραμμένη επάνω στα πράσινα μάρμαρα της Τήνου, στις κόκκινες πέτρες στο χώμα της Μάνης, στις αχοιβάδες του Δεκέμβρη, και στα μπλε ακρογιάλια του Αυγούστου. Η πραγματική μου ζωή ξέμεινε στους κήπους, Επάνω στο καράβι, ‘Ορθια στην πλώρη στέκεται. Να ενώνει τόπους και τις εν κοινωνία ψυχές. Πήλιο, 8.08.011

Το βράδυ που έσπασα τον καθρέφτη

Ονειρευτήκαμε τον θάνατο. ’Εναν θάνατο απάνθρωπα γλυκό, Νύχτες και νύχτες. Ονειρευτήκαμε λευκές και μαύρες σκιές να τριγυρνούν στο δικό μας το σπίτι σαν ξένες Φεγγαρόφωτες οπτασίες σαν ποδοσφαιρική φανέλα στο πλήθος. Λούστηκε με φως, Τα λόγια ήταν κλεισμένα σ’ένα μεγάλο πηγάδι που καθρέφτιζε όποιον το κοιτούσε. Μάταια ο κουβάς προσπαθούσε από άκριτη καλοσύνη να συμμαζευτεί. Δεν ζήτησε κανείς νερό, - μόνο αγάπη; όλοι ζητούσαν να δουν τον πάτο του πηγαδιού, κι όλοι μαζί, σιωπηλά, τάχατες πως μόνο αυτοί εγνώριζαν το μεγάλο μυστικό, να το κρατούν με νύχια και με δόντια, πόσο γελάστηκαν, μάταια. Δεν ανταπόδωσα παρά ένα στεφάνι από γέλια, χωρίς λέξεις, Σιωπή. Μαζεύτηκα σε μια γωνιά, κόκκινα ματωμένα πέλματα, πληγές που ανοίγουν κάθε ξημέρωμα σε κάθε σιωπηλού αργοναύτη τα βήματα, Κι άν είναι στη θάλασσα γιατρεύεται τότες η θάλασσα, κι αν ζεις στα πέλαγα γιατρεύεσαι κι εσύ, Στο απέναντι σπίτι οι κουρτίνες έκλεισαν πάλι, Ο έρωτας απαιτεί σώματα δύο, κι οι άλλοι απ’έξω...

Η πλατεία

Ανοιξα το παράθυρο και βγήκα, Ο τσαγκάρης, κι ο μπαρμπέρης ήσυχα ήσυχα Τακ, Τακ, σβίνγκ, σβίνγκ Το δέντρο μεγάλο και αιώνιο Και τα παιδιά γυροβολούν παίζοντας μέλισσα Η κόκκινη η πόρτα μου, τα παραθύρια κόκκινα Με τον βασιλικό στην γλάστρα, Κι ο ήλιος και οι μυρωδιές να μπαίνουν και να βγαίνουνε Και να’ναι καλοκαίρι Λίγο χώμα, πέντε φύλλα κι ουρανό Σεντόνια μου, Βρυξέλλες, 29.06.011

Εκείνα τα πουλιά (που τραγουδούν)

Που δεν κοιμήθηκαν τη νύχτα τούτη Κελάιδησαν στα γιασεμιά Στρέψανε στην κορφή του λόφου Τα ματωμένα τους φτερά Που καθρεφτίζουν στη θάλασσα Μια στον ουρανό άλλη μια Που βρήκαν τις ρωγμές στον τοίχο Και Τρίτη μέρα της αυγής πετούν Εκείνα τα πουλιά, Τραγουδούν. Βρυξέλλες, 27.06.011

Πέτρα

Κοίταξα γύρω μου, εγώ κι οι άλλοι, εκείνοι κι εμείς. Μια στυφή κόκκινη γραμμή ανάμεσά μας, Δεν ήταν από αίμα. Δεν ήταν το αίμα που τρέχει στις φλέβες μας Κι όποιος να ρώτησε, τι απόκριση να πάρεις, Λείπουν τα λίγα απ’τους πολλούς κι από εκείνους τόσα Ρίχνω τα παραγάδια με δυο γράμματα, Ανηφορίζω, όσο εκείνοι κατεβαίνουν, Με παρασέρνουν, προχωρώ Κοιτάζω γύρω μου, εγώ κι οι άλλοι, εκείνοι κι εμείς. Ξεροσταλιάζω όσο εχουχουλιάζουν στον πάγο Άργησες ψιθυρίζουν, άργησες, είναι νωρίς, είναι νωρίς Απόψε είπα, απόψε, κλείνω τ’αυτιά μου Σκληρή, επάνω στα κύματα, σαν πέτρα