Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Τα λόγια και τα χιόνια

Ήταν κρύο και ήταν χιόνι. Περπάτησα, μια το ένα χέρι, μια και τα δυο. Μια κηλίδα έπεσε εδώ, μία πιο πέρα, Το αίμα έκανε μετά λίμνη ολόκληρη. Κόκκινο. Από κείνες τις πληγές που κύρηξαν τον πόλεμο στην αυθαιρεσία της αθωότητας, Στάζουν, σαν να ρωτάνε τα ναυτάκια στη στεριά πότε ήταν τελευταία φορά που είδανε θάλασσα.

Παγωνιά

ήμουν το φεγγάρι πριν σε γνωρίσω. Όταν έψαχναν να το κρύψουν, σηκώθηκα, ύψωσα τη φωνή μου, φώναξα. Μ΄άκουσαν μόνο κάτι πιγκουίνοι στην άκρη της θάλασσας Το σύννεφο έσπασε με φόρα επάνω στ΄ακρογυάλι Κανένας δεν σκέφτηκε, απ’το κρύο, πως ήταν της θάλασσας παιδί και του ανέμου κόρη, να ρθει έστω να το προυπαντήσει. Κι έτσι δεν με πολυαπασχολεί, Συνεχίζω να φλυαρώ με τους πιγκουίνους, Και το σύννεφο που μου΄κανε τόπο να ζεσταίνω το σώμα σου.

Η αράχνη

Η αράχνη κι από εμένα είπαν είναι πιο τυφλή. Και είπαν κι άλλο, πρόσεξέ την, και πόσο είναι «Τρομερή »! Πως πλέκει τον ιστό της και υφαίνει, και τρώει ότι περνάει από κει. Κάποιους που είδα να περνάνε τύπους προλαβαίνω, με το μικρό λυχνάρι μου τους φώτισα τη γη, μα γίναν πάνω μου καθρέφτες και μπλεχτήκαν, και χώσανε τα μούτρα τους ακόμη πιο βαθιά στη γη. Δεμένοι τώρα και δαρμένοι κλαψουρίζουν, όσο εμείς της Αθηνάς στολίζουμε το υφάδι τη νυχτιά. Ακόμη κι η αράχνη όσο υφαίνει κλαίει για κείνους. Εργάτες όλοι της σιωπής τραγούδι λέμε Τη μέρα θέλοντας να φέρουμε πίσω ξανά.

Τικ, τακ…

Κι έτσι συνέχισε το ρολόι να γυρίζει Συνέχισε και το φεγγάρι να βγαίνει μια και μια να κρύβεται, Στα σύννεφα δεν είχε καιρό κανείς να παραβγεί, Πιο φωτεινός, σε μια σκιά ο ήλιος αντηχεί άκομψος, Η αντανάκλαση έγυρε κουρασμένη, Ο καθρέφτης έσπασε και ξέβρασε τα μαζεμένα κάτω από το χαλί νύχια, και κανείς δεν σκέφτηκε να κάμει λίγο χώρο, λίγο να καθαρίσει. Βρυξέλλες, 12.09.011

Σε πρώτο ενικό

(βροχούλα) Έπειτα κύλισες, χωρίς θόρυβο, Σε είχα χάσει, τσιπ, τσιπ. Είχες χαθεί, τσιπ, τσιπ, τσιπ, τσιπ, σε είχανε κλέψει, χωρίς ντροπή, σε κόβανε λέπι, λέπι Βροχούλα. Τσιπ, τσιπ, τσιπ. Βρυξέλλες, 08.09.011

Τα ρούχα

Φύσαε κείνο το βράδυ ο άερας, έκλεισα, κλείδωσα, κι έκατσα στην άκρη της σάλας, από τον φόβο της μεγάλης της γέννησης τρομάρα, κι άλλοι, Κείνοι με τα κόκκινα μαντήλια και τα ξεπεσμένα χέρια τους έλεγαν, θηλυκό, θηλυκό και καταριόντουσαν. Όχι, όχι, παληκάρι, λεβέντης θα γίνει. Από την άλλη πλευρά χτυπιόνταν οι άλλοι. Η Ασπασία πρώτη βγήκε στην μικρή πλατεία, Χωρίς διόλου λόγια, βάλθηκε να απλώνει ρούχα με ένταση, Και μετά κι η Δέσποινα, κι η Μαρία, κι η Ελένη, η Πηνελόπη, η Καλλιόπη. Όλες χωρίς να βγάλουν τσιμουδιά έβγαλαν τα μανταλάκια απ’την ποδιά, Κι άρχισαν να κρεμούν με μανία τα ρούχα τα φρεσκομυρωδάτα, τα καθαρά. Και το φεγγάρι γελούσε, και τ΄αστέρια πνιγόντουσαν στο βαθύ σκοτάδι. Βρυξέλλες, 25.08.011

Η κολώνα

Φτιάσαμε τα όνειρά μας με λίγες πέτρες, η ζωή μας, τις ρίξαμε βαθιά μέσ’το βυθό μιαν άγκυρα Να μην μας παίρνει η θάλασσα, να μην την παίρνει ο καιρός, το κύμα. Αίγινα, 15.08.011