Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Βόμβες είναι τα ποιήματα μωρό μου

είμαι απλώς ένας μετανάστης φυτεμένος στο χώμα γιώργος αλισάνογλου Βόμβες είναι τα ποιήματα μωρό μου Μέθη κι αναστεναγμός Λεπτές βεντάλιες που κινούνται με χάρη εν μέσω θερινής νυχτός. Πιο απαλά από τα χέρια οι λέξεις μου σε χαϊδεύουν Κι ούτε χειροφίλημα, ούτε γνωριμίες και ονόματα, Αφού τίποτε δεν υπάρχει κι αφού δεν υπάρχει τι να φανεί, λες, κι ο αέρας ανεμίζει θαρρείς απαλά το πανί. Θα΄ρθεις; ρωτάει, έχω να σου πω τόσα πολλά, για τα παπούτσια των ανθρώπων για τα δάχτυλα μέσα στην λάσπη και την βροχή, μπορώ να σου μιλήσω για το κλάμα των παιδιών μες την σιωπή μια βραδυνή σιγή που σου ξυρίζει τ'αυτί, αλλά δεν θα το κάνω γιατί δεν είναι χόμπι η ποίηση μωρό μου, δεν είναι για να βγεις φωτογραφία με το τρόπαιο και να την βάλεις στο σαλόνι μωρό μου, βόμβες είναι τα χείλη σου μωρό μου, βόμβες   μέθη κι αναστεναγμός χαμογελάς σαν πρώτη φορά να χαμογελάς ξυπνάς σαν πρώτη φορά να ξυπνάς κλαις σαν πρώτη φορά να σε είχα...

Γόνιμα σώματα

Τίποτε δεν πέρασε από πάνω μου χωρίς ν'αφήσει σημάδι. Μοιράζομαι τη γνώση το κορμί με την ίδια ευκολία που ο ήλιος στέλνει  το φως του μέσα στις χαραμάδες παλιού σπιτιού. Γίνομαι βαθυστόχαστη στην αφή. 'Ο,τι πέρασε από πάνω μου ανήκει στο σώμα μου. Ανθρώπινα σώματα γεμάτα πληγές  αληθινές, γόνιμα σώματα, γεμάτα κραυγές πραγματικές. Σε  καιρούς χαλεπούς  επιβιώνουμε μόνο οργώνοντας χωράφια σε γόνιμα σώματα. Μεθυσμένα καράβια  που το φως μας διακρίνεται ήδη στο λιμάνι. Διαβάστηκε την Τρίτη 15 Δεκεμβρίου στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης  με αφορμή την παρουσίαση του τεύχους Διεκδικώντας νέο λόγο,  που αφιερώθηκε σε νέους ποιητές της Θεσσαλονίκης,  του περιοδικού Αίτιον .

Ο ΑΣΘΕΝΗΣ Ο ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ

ΠΟΝΑΝΕ ΤΑ ΔΑΚΤΥΛΑ ΠΟΝΑΝΕ ΤΑ ΣΩΜΑΤΑ ΠΟΝΑΝΕ ΤΑ ΦΥΛΛΩΜΑΤΑ ΠΟΝΑΕΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΠΟΝΑΕΙ Η ΓΗ ΠΟΝΑΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΠΝΟΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΣΟΥ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΩ ΣΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ ΥΠΑΡΧΩ ΟΧΙ ΕΝΑΣ ΠΟΝΑΝΕ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΝΑΝΕ ΟΙ ΠΟΛΕΙΣ ΠΟΝΑΕΙ Η ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ ΚΙ Η ΠΛΑΣΗ ΟΛΗ ΧΩΡΙΣ ΝΕΡΟ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΖΩΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΓΕΥΣΗ ΣΟΥ ΖΕΣΤΗ ΠΟΝΑΝΕ ΤΑ ΣΤΟΜΑΤΑ ΤΑ ΔΑΧΤΥΛΑ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΠΟΝΑΕΙ Η ΦΥΓΗ ΤΑ ΣΠΛΑΧΝΑ ΠΟΝΟΥΝΕ ΠΟΝΑΝΕ ΟΙ ΤΑΠΕΙΝΟΙ ΚΑΙ ΒΓΑΙΝΕΙ ΦΩΝΗ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΝΑΠΝΟΗ ΛΕΝΕ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΑΙ ΣΚΑΕΙ ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΗ ΚΡΑΥΓΗ ΜΙΑ ΔΥΝΑΜΗ ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ ΣΩΜΑΤΑ ΣΠΑΕΙ ΚΙΓΚΛΙΔΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΤΖΑΜΙ ΠΟΥ ΣΠΑΕΙ ΓΙΑ ΝΑ ΓΕΜΙΣΕΙ ΕΝΑ ΠΟΤΗΡΙ ΚΡΑΣΙ ΚΑΙ ΝΑ ΧΟΡΕΨΕΙ ΖΩΗ.

Τρέχει κάτι;

Θα υπάρχουμε μαζί μέχρι να λυτρωθούμε.Ας κοπεί η μικρή μου η καρδιά Ας σταματήσει να χτυπά Να κοπεί, έπεσαν τα ξύλα απ'το ταβάνι · Σηκώνεις το κεφάλι, χαμογελάς · δεν απαντάς. Μόνο ρωτάς, τι; γιατί; Τι; γιατί; \ Αιχμάλωτοι μέχρι να λυτρωθούμε, \ Ας κοπεί η μικρή μου η καρδιά, ας κοπούν τα δεσμά, τίκι τίκι οι ώρες τάκ τάκ η καρδιά. Ας κοπούν τα δεσμά μόνη μου να΄μαι. 'Επεσαν τα ξύλα απ΄το ταβάνι σε νιώθω που χαμογελάς, κοιτάς ψηλά, χαμογελάς. Δεν απαντάς.\ Τι έγινε; ρωτάς, Τρέχει κάτι;

Κρύφτηκα εκεί που βρίσκει συνήθως το φεγγάρι και κρύβεται

Κρύφτηκα εκεί που βρίσκει συνήθως το φεγγάρι και κρύβεται, Κρύφτηκα πίσω από τα πιο μεγάλα χορτάρια- τριών χρονών Κρύφτηκα στα χέρια σου, στα ποτάμια και στα σκοτεινά νερά. Κρύφτηκα, Να μην με βρεις.

Στους κήπους

Αδικηθήκαμε, φώναξε. Είναι αλήθεια. Μα ποιανού το σπίτι είναι κρύο; Κανενός. Ποιός έχει στον κήπο του χορτάρια κι αράχνες; Κανείς. Δάφνες, λουλούδια και νερά πολλά. Εκεί καταφεύγω. Κι από εκεί σας μιλώ.

Μπήκανε άνθρωποι στο κτίριο - σύγχρονη ποίηση

Μπήκανε άνθρωποι στο κτίριο. Σηκώσαν τα μανίκια τους Καλογυαλισμένα παπούτσια και μοντέρνα αγγλικά κοστούμια, βαλθηκαν να τραγουδούν παράφορα τραγούδια ερωτικά. Για μια μαρία που ήταν βαρκάρισσα κι έσταζε το μπούστο της μέλι και μύριζαν τα γιασεμιά. Την λέγανε και ποίηση καμιά φορά. Το όλο θέαμα δεν κράτησε πολύ η υπερηφάνεια τους μας πρόσφερε διάρκεια. Χαιρέτησαν μετά το όλο με βαθιά υπόκλιση, βάλανε το καπέλο τους με μια κίνηση όλοι μαζί. Κατευθύνθηκαν προς την πόρτα σε σειρά, και χάθηκαν μετά μέσα στον πλήθος.