Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Αποτάσσομαι

Όλα τα βρήκαμε, τα σφάξαμε, τα ψήσαμε, τα τρώμε. Λαίμαργα. Σε ένα πεδίο μάχης όπου οι στρατιώτες τρελάθηκαν. Παθιασμένα ο καθένας στριφογυρίζει γύρω από τον εαυτό του την αγνή του μάχη δίνει, με τα μάτια δεμένα, μάτια κλειστά. Μυρίζει μπαρούτι και μυρίζει κι αίμα. Ένας πολεμάει ακόμη για μια μάχη παλιά, με όπλα σπαθιά, Ένας χτυπιέται που ήρθε και στήθηκε και δεν πρόλαβε ακόμη να σκοτώσει, με μάτια δεμένα. Παραζαλισμένος πέφτει κάτω στο χώμα από τη φόρα της άστοχης βολής. Ένας χτυπιέται ώρες με ένα δέντρο, και του φωνάζει και το βρίζει, του μιλά. Διασχίζοντας αυτόν τον κάμπο Σιγοψιθυρίζεις κι ακούω, «κράτα γερά, κράτα γερά». 17.01.010

Στον αφρό

Παρατηρώ τους αέρηδες Μέσα σ’έναν μικρούλη ουρανό Πως στέλνουνε χρώμα του στη θάλασσα Κι είναι γαλανό. Πως στάζει στο καμβά αισθήσεις το φως το άπλετο πως ανασαίνει ο βυθός 16.01.010

Μαζικές εξαφανίσεις

το κύμα στο λιμάνι έσκασε πήρε μαζί του κι απόκοψε από μέσα μου τ’αδέρφια μου το μανιτάρι σκάζοντας έπεσε και πήρε απόκοψε από μέσα μου αδέρφια μου και είναι και χειμώνας και κρύο πολύ και παίρνει από μέσα μου, απόκοψε τ’αδέρφια μου κάθε φορά νιώθω την ψυχή του κόσμου να μου ρουφάει αίμα από την πληγή και πιο πολύ γιατί δεν μείναμε πολλοί οι ζωντανοί ήτανε κι άλλοι ποιος τους τρώει και χάνονται; 14.01.010

Ένα δειλινό στη θάλασσα

Κάθισα και σκέφτηκα, χαϊδεύοντας την άμμο στη θάλασσα κάνοντας κύκλους, ημίκυκλους και πάλι ξανά Με λέξεις γρήγορες – που ούτε καν τις θυμάμαι αν με ρωτούσες, δες θα ‘ξερα να σου πω Καμιά φορά, είναι μια απαράμιλλη οικειότητα. Μου τα σφυρίζεις αυθόρμητα εκείνα τα λόγια που άηχα ξέφυγαν από τα χείλη μου κι εσύ άκουσες. Κι εγώ σε ακούω Τα βήματά σου Τους φόβους σου Τις απορίες σου Αφού μου μιλάς. Η μάλλον, αφού κατάλαβες ότι σ’ακούω και δεν σωπαίνεις. Κι εγώ να ξαναρχίζω να σχηματίζω κύκλους στην άμμο της θάλασσας. Και να αφήνομαι σ’αυτήν και στα μάτια σου. Μερικές αμήχανες καθαρές λέξεις να ψελλίζουν για την αύρα της θάλασσας τα δάκρυά της, έτσι ν’ακούω να σου λέω τα μυστικά του κόσμου, κι από μένα αφανέρωτα. 12.01.010

Ο Διαμαντής

«Γιατρεύτηκα» φώναζε Έτρεχε στους δρόμους, Στα σοκάκια, σαν σφαίρα Τα πόδια μερικές φορές έφταναν στην πλάτη από την κλίση της κατηφόρας Και την ταχύτητα Έπεσε πάνω στο ταχυδρόμο, Πήρε παραμάζωμα την Κα Ιουλία στο παραδώθε σκαλί, «Παναγίτσα μου» φώναζε εκείνη, σαν να είχε τρομάξει, Σε λίγο με τέτοιες δρασκελιές, θα έφτανε στη θάλασσα. Ο κυρ Μπάμπης από την άκρη του βράχου έβαλε τα χέρια του χωνί και φώναζε κάτω στους καπεταναίους, Εεε, έρχεται ο Διαμαντής, ακούτε, Έρχεται ο Διαμαντής. Είναι πρωί, είναι νησί και είναι καλοκαίρι. Και μου ‘μαθε η θάλασσα, το φως, οι πέτρες. Μια στα λιμάνια, και μια στα ταξίδια. Έρχεται ο Διαμαντής. Στην μεγάλη κατηφόρα του, αναποδογυρίζει μια καρέκλα, ένας δίσκος με νερά παραλίγο να πέσει, τώρα την βλέπει την θάλασσα, γυρισμένοι προς αυτόν κάτι μεγάλοι άντρες Τον περίμεναν; Τι ξάφνιασμα. Φρενάρει απότομα. Δεν έχει στόμα, δεν έχει μιλιά. Οι καπεταναίοι, όρθιοι, ν’ατενίζουν την θάλασσα, ν’ακουμπούν το ποτήρι τους σε δίπλα τραπέζι, να σκουπίζουν με το μπράτσ...

Όμικρον

Αφαιρέθηκα μόνος και κατέληξα πάλι σε πράξεις, ακάματος, στην αγκαλιά σου, αλώβητος. Εξισώνει κανείς τον ήλιο και τον θάνατο; Τη νύχτα και τον ύπνο; Όλα σε κάποιες λέξεις, γραμμένα σε κάτι γράμματα χειρόγραφα. Κι ο ουρανός στο κεφάλι. Και πάντα το ξημέρωμα. Στην ίδια μπάντα, με τον ίδιο ρυθμό, Το ίδιο τραίνο, στον ίδιο σταθμό. Με το ίδιο χαμόγελο σε μάτια γεμάτα. Ολόκληρα ζεστά μελιά πράσινα μάτια. Κι ένα βάζο λουλούδια. Μύρισε άνοιξη και χώμα. Κάπως έτσι ανθίζουν κι οι κερασιές Κάπως έτσι τελειώνει κι ο χειμώνας στις καρδιές μας. 06.01.010

Από φως

Είχε πει πως θα ‘ρθει. Κι εγώ περίμενα Κανείς θα πίστευε πως έβλεπε το αίμα μου Να ρέει στους δρόμους Και ποιους δρόμους μου είπε, να μην περάσω, να μην φοβηθώ. Μα πως κατρακυλάνε οι πέτρες στην κατηφόρα του μεσημεριού. Έτσι κατρακυλώ κι εγώ σε σένα. Ο άνεμος με παρασέρνει. Κατρακυλώ. Ο ήλιος με ζεσταίνει. Και μυρίζω τη θάλασσα. Στου ανθρώπου την κατακλείδα, Τη μνήμη που ξεσκονίζουμε, Την ‘γιαίνει ο ήλιος, όλο φως. Κι από φως γνωρίζουμε. 05.01.010