Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ο Διαμαντής

«Γιατρεύτηκα» φώναζε
Έτρεχε στους δρόμους,
Στα σοκάκια,
σαν σφαίρα
Τα πόδια μερικές φορές έφταναν στην πλάτη από την κλίση της κατηφόρας
Και την ταχύτητα

Έπεσε πάνω στο ταχυδρόμο,
Πήρε παραμάζωμα την Κα Ιουλία στο παραδώθε σκαλί,
«Παναγίτσα μου» φώναζε εκείνη, σαν να είχε τρομάξει,

Σε λίγο με τέτοιες δρασκελιές, θα έφτανε στη θάλασσα.
Ο κυρ Μπάμπης από την άκρη του βράχου
έβαλε τα χέρια του χωνί και φώναζε κάτω στους καπεταναίους,
Εεε,
έρχεται ο Διαμαντής,
ακούτε,
Έρχεται ο Διαμαντής.


Είναι πρωί, είναι νησί και είναι καλοκαίρι.
Και μου ‘μαθε η θάλασσα,
το φως,
οι πέτρες.
Μια στα λιμάνια,
και μια στα ταξίδια.

Έρχεται ο Διαμαντής.
Στην μεγάλη κατηφόρα του, αναποδογυρίζει μια καρέκλα,
ένας δίσκος με νερά παραλίγο να πέσει,
τώρα την βλέπει την θάλασσα,
γυρισμένοι προς αυτόν κάτι μεγάλοι άντρες
Τον περίμεναν;
Τι ξάφνιασμα.


Φρενάρει απότομα.
Δεν έχει στόμα, δεν έχει μιλιά.


Οι καπεταναίοι, όρθιοι, ν’ατενίζουν την θάλασσα,
ν’ακουμπούν το ποτήρι τους σε δίπλα τραπέζι,
να σκουπίζουν με το μπράτσο το δεξί τον ιδρώτα στο κεφάλι
έχοντας πάρει το καπέλο τους στο χέρια,
και να επιστρέφουν δήθεν ανεπαίσθητα τα πρόσωπά τους
και να κοιτούν που τους κοιτάει ο Διαμαντής χωρίς μιλιά.

Κι ο Διαμαντής χαμογέλασε.
Κι οι καπετάνιοι χαμογέλασαν κι αυτοί.
Κι ακούσαμε θαρρώ και τρανταχτά γέλια.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΜΙΚΡΕΣ ΣΥΛΛΟΓΕΣ ΤΟ ΚΟΡΑΛΛΙ τχ 35-26 ΟΚΤ22-ΜΑΡΤ23 Γκρίζες μέρες στον παράδεισο Επιμέλεια Κώστας Χατζηαντωνίου

 

ΜΙΚΡΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ Γενί Τζαμί(Πρώην Αρχαιολογικό Μουσείο) - Ο ξένος

  Ο ξένος Ξένος, ξενοφερμένος Ξένος ανάμεσα σε ξένους, σε ξένο τόπο, ξένος. Αναπάντεχα μια σπίθα φωτίζει τον χώρο Ξένιος χώρος· Που περνά και χάνετε. Άνθρωποι και σκιές Γενεές και γενεές Βρίσκουν τον δρόμο τους. για την έκθεση ΜΙΚΡΕΣ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ Γενί Τζαμί(Πρώην Αρχαιολογικό Μουσείο) Απρίλιος 2022 Θεσσαλονίκη

Το νερό

  Το νερό Λαχταράς το νερό όπως ο εξαντλημένος τον ύπνο Δες, ακόμη και η γύρω κακοφωνία σε διαπερνά αναίμακτα Τι από όλα θα ήταν πιο επιθυμητό να πεις Να κυνηγήσεις Το νερό σταγόνα σταγόνα; Από τα μάτια σου; Μια γουλιά; Η λαχτάρα, ευγενική μητέρα Πιο δυνατή κι από την ανάγκη Σ’αγκαλιάζει πορφυρή Νερό, φωνάζεις Κι ακούς μικρούς καταρράκτες Δέντρα και πουλιά οχλοβοούν Οι ψυχές γιορτάζουν και χαμογελούν Κι εσύ, ο ιδρωμένος δρομέας του ονείρου Φτάνοντας, αντικρίζοντας το υγρό στοιχείο Ξεχνάς τα πάντα, το ξεχνάς κι αυτό Πετάς τα ρούχα σου Και βουτάς Στο νερό   Acrylic on canvas, 100x150cm, 2024 Γιώργος Σαλταφέρος «Υδάτινη Πόλη»