Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Κώδικες τιμής



Να σου πλένω τα πόδια
και να τρέχουν στα μαλλιά μου οι σταγόνες
και να τρέχουν με τα δάκρυά τα μάγουλα μου
ωσάν οι πρώτες παπαρούνες της άνοιξης σε κίτρινο χαλί.

Κι ένα φιλί και γέλασες ψιθυριστά.
Που σου πλέκω τα πόδια με άνθη
και πως μοσκοβολούν οι λεμονιές
τα γιασεμιά κι η ρίγανη.

Να σου πλένω τα πόδια
αντίδωρο οι λέξεις,
δακτυλίδι.
Θαλασσιά και ωραία
σου πλένω τα πόδια.

Κι εγώ δεν μιλώ, μηδέ τραγουδάω
σου πλένω τα πόδια και στα φιλώ.

Με τα μάτια κλειστά λογίζω τη λεμονιά,
τα γιασεμιά, τη ρίγανη.
Σου πλένω τα πόδια κι η συγκίνηση
της ψυχής μου η κίνηση
ταξιδεύει στα μάτια σου.


Τσακίζονται τα χείλη κι ανοίγουν διάφανα.
Ευωδίες και άσματα γεμίζουν τον χώρο.
Μέσα μου θαρρείς οι ομορφιές όλες.
Οι λέξεις τα μάτια σου.

‘Ορθια να σε κοιτώ, δεν σου μιλώ
λίγο λίγο το πληγωμένο σου σώμα
λίγο λίγο το κουρασμένο σου σώμα.
εκβράζω δροσερό νερό και πέταλα.

Να μου πιάσεις το χέρι, να σου σφίγγω τη μέση.
Και ο Θεός να σταματά την αγρύπνια Του
σαν να είχε λιγάκι ο άνθρωπος τον δρόμο του βρει
κι ώρα Του λιγάκι κι εκεινού ν ’αναπαυτεί.

Η ανάσα ο λαιμός σου.
Να σου πλένω τα πόδια
Να ξοδεύω μελάνι.
Δροσερό νερό και ρόδα.

Η πόρτα ορθάνοιχτη
Να σου φιλώ τα πόδια.
Να σου γλύφω το σώμα
και τις πληγές σου.

Δύο χέρια, δυο κορμιά, δυο ψυχές
πέντε δάκτυλα.

Η ταπεινότητα, η πιο μεγάλη από τις αρετές.
Η ειλικρίνεια, η πιο αθώα σπηλιά.
Η γύμνια, η πιο γλυκιά θηλιά.
Ο αναστεγμός, η πρώτη μας λαλιά.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ενάρετη ζωή




Τεχνίτες αποχαιρετούν το πεδίο.
Λέξεις, ιδρώτας, κύματα,
φως όλα σπαρμένα,
έφτιαξαν, σμίλευσαν, τέλειωσαν
Τώρα φεύγουν. Λέξεις, ιδρώτας, κύματα,
φως όλα σπαρμένα
γαντζωμένα στην καινούργια πλατεία.

Πουλιά σμήνη χαιρετούν το πεδίο.
Θυμήθηκαν, πετάξαν, επιστρέφουν
Εύχονται και φεύγουν πάλι.
Χάδια, χείλια, μάτια, φιλιά. Τώρα φεύγουν.  
Κυκλοφορούν συχνά τη νύχτα
καμιά φορά μου χτυπάνε την πόρτα.

Οργανοπαίχτες ξενυχτούν στο πεδίο.
Νεράιδες, χορευτές, λικνίσματα.
Καμιά φορά ανοίγω την πόρτα
Χάδια, μάτια, χείλια μαχαίρια. Κυκλοφορούν
τη νύχτα. Τόπος γυμνός 
τα μάτια μου
τα δάκτυλα 
και τα φιλιά σου.  

Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

ΑΓΙΑ ΕΥΔΟΚΙΑ




καὶ ὁ λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν
Κατά Ιωάννην 1.14


Ένα βήμα, κι ένα αργό.
Νωχελικό/Τρία πρώτα βήματα εκεί
Τρία δεύτερα λίγο πιο ‘δώ,
Πρωτόλειο πηγής θεσπέσιας/λαμπρό
Χερουβικό.

Από της γης τα σπάργανα εκβράζομαι
και στον αέρα θάλλω !
« Ευδοκία » !
Προσδοκώ.

Καλοσύνη του πόθου
στολίδι γυμνό
ξεκλείδωτη πόρτα.
« Ευδοκία, »
Ποιος με καλεί;

Ένα κι ένα ψηλά,
Αργαλαστά τα χέρια της φύσης.
Δύο μικρά βήματα δυό
κι αντάμα μια,
γύρω ακόμη γύρω
μάτια κλειστά
αργά και αψηλά
μεγάλα φτερά.


Ορθώνεσαι
ψηλώνεις
δυναμώνεις
κατακτάς
και την καλή πραμάτεια σου
στους ουρανούς τεντώνεις
σε μια στροφή ανάποδη το χέρι σου απλώνεις,
Αγία Ευδοκία.

Ένα βήμα, κι ένα αργό.
Τρία βήματα εκεί/ Ερωτικό
Τρία δεύτερα πάλι εδώ,
Αγέρωχο/γυμνό
Χερουβικό.

Τα χέρια ορθώνουνε
τα πόδια,
μεγάλα φτερά φτάνει κοντά
και προχωρά
και σε μαγεύει, Ευδοκία,
οι λόγοι του λαλιά σου.
Αγία Ευδοκία.
Εν δυο.