Κυριακή, 20 Φεβρουαρίου 2011

Κάθε φορά

Ο ήχος των πουλιών της νύχτας,
Ο κατεργάρης ουρανός που κοιμάται στα μάτια μου
Οι δρόμοι νυχτερινοί κι ακίνδυνοι.

Για τα γένη των ρημάτων
Πως θυμώνει τα μπαχάρια η κανέλα και το μοσχοκάρφι
Πως κλαίει ο ήλιος,

Για τον χορό του μαϊντανού επάνω στη σαλάτα,
Για τα παιχνίδια των ποτηριών με το κανάτι.
Το ψιλοκομμένο κρεμμυδάκι.

Τα λόγια που ξέχασα κι η μουσική που σταμάτησε,
Τα αγάλματα στο πάρκο και τα δέντρα τα ψηλά,
Την εκδίκηση του σαφράν, και τον ήχο της,

Πως δάκρυσαν οι κρίνοι στην κάμαρα,
Για την τελευταία σταγόνα λάδι,.

Τα εφτά κεριά που ανάβω,
Με την άνοιξη που προσπαθεί να’ρθει
Τα λόγια της πλώρης και τα λόγια της θάλασσας.

Σάββατο, 19 Φεβρουαρίου 2011

Ω γλυκή μου έαρ,

Τα τραγούδια που τραγούδησα,
Και τα μάτια μου που με βαραίνουν

Τότες πλησιάζει η άνοιξη,
Ένα μικρό τριαντάφυλλο,
Η φύση στον χειμώνα.

Μέρωσε κόσμε,

Τούτες τις μέρες πνίγουμε το κρύο στα δάκτυλα.
σφίγγουμε τα στόματα.

Πώς να μας πάψουν τα τραγούδια μας

Ω γλυκή μου έαρ
Στη σύναξη των αρχαγγέλων πρωτοκάλεστη,
Μοσχοβολάς
Στα χέρια μου,
Στου κόσμου το βαθύ πηγάδι.

Στον τόπο που γεννήθηκες,
Εσύ το άπειρο,
εγώ μόνο η στιγμή.

Ω γλυκή μου έαρ
Πόναγα τις μέρες που περνούσαν
Μέχρι να ρθεις.

Με την ελπίδα στα δόντια
Με το δίκιο,
την ανθρωπιά,
με την ειρήνη.
την γαλήνη.
Βασανισμένες λέξεις,

Τα τραγούδια γεννήθηκαν στο σώμα μας.
Τη νύχτα, στο μεγάλο όνειρο, τα μάθαμε


Ω γλυκή μου έαρ.
Στα δάκτυλά της,
και στα χέρια της
η μοίρα μας.

Εικοσιτρία στρωμένα τραπέζια
Εικοσιτρία τραπεζομάντιλα
Εικοσιτέσσερα κανάτια κρασί.
Γιορτάζουσι. Κι εγώ μαζί.

Πρωτοπλάστες,
Εραστές της αγάπης.
Χώνομαι στην αγκαλιά της
Από τη μάχη κι από τον πόλεμο,
Η σκόνη πέφτει στο πάτωμα μετά,
Ανοίγουμε τα παράθυρα
να βρει να μπει,

Ω γλυκή μου έαρ.

Και τα πουλιά να κελαηδούν του πρωινού
Κι είχα πεθάνει, κι είχα κρυώσει
Κι είχαν μουλιάσει τα πόδια μου
Έτρεμα.
Σαν του μαγιού τα φύλλα.

Οι χορδές ξεστράτιζαν τη νύχτα
Βγαίναν στα πεζοδρόμια
Ουρλιάζοντας.

Σύντροφε,
Σε ποια φλέβα είχες γράψει ελευθερία
Και θρηνείς, μη σου την κλέψουν;

Στα μέσα του χειμώνα η φύσις πάλι,
Ένας σταθμός
Απ’της καρδιάς κι απ το μυαλό
το ταξίδι.


Ω γλυκή μου έαρ.
Και τα πουλιά να κελαηδούν του πρωινού
Με τη σιωπή της ημέρας που έρχεται.
Αγγίζονται τα βάσανα με τις λέξεις.
Βγαίνουν στο φως οι πληγές

Μετά παίρνουμε πάλι το κατόπι.

«Μέρωσε κόσμε.»

ο κόσμος δεν μέρωσε ακόμη,

Τα ουρλιαχτά μου τρυπάνε τα αυτιά.
Μου γδέρνουν το σώμα.

Είμαστε πολλοί, είμαστε μόνοι
Φθαρτοί,
στης γής την αγκαλιά περισσεύουμε,

Στο σταυροδρόμι των εθνών ξέμειναν
ένα κανάτι, λίγο ψωμί και λίγο αγάπη,
αλάτι της θάλασσας.

Ω γλυκή μου έαρ,
Η αγκαλιά μου μοσχοβολάει
στ’απάντημά σου,
ο χρόνος είχε έτσι κι αλλιώς σταματήσει εκεί.

Βαρύς τούτος ο χειμώνας
Κι εμείς τον σηκώνουμε στις πλάτες μας,
στα πόδια μας μπροστά στέκεται.
Με τα δυο τα μάτια του ορθάνοιχτα
Ζητά τον θάνατο, γιατί πιστεύει στη ζωή.

Τόσα ονειρεμένα μέρη, τόσοι λόφοι,
Τόση σιωπή,

Πώς να σου πω;
Σύμπραξη αστεριών, σωμάτων,

Ω γλυκή μου έαρ,
Έλα και πάρε με στα δυο σου χέρια,
Κοίμησέ με όπως και τότε,
Κλάψε με,
Και γέννησέ με, πάλι ξανά.

Μέσα στις σκοτεινές πιρόγες.

Τι μας νοιάζει ο κόσμος;
Δεν νοιάστηκε ποτέ κείνος για μας.

Ο καημός μας έστρωσε στις ξιφολόγχες του χρόνου
και κάτσαμε, και σταματήσαμε λιγάκι τα δάκρυα μια ανάσα
Τον πόλεμο.

Ειρήνη άνθρωπε.
Ειρήνη,
Καλοσύνη.
Βασανισμένες λέξεις.

Ω Αρετή και Μούσα του παλικαριού
που προχωρεί λεβέντικα,
διψασμένο,

Ω γλυκή μου έαρ,

Σε τραγουδώ, σε χαίρομαι.
Σαν μαλακώνεις και ψάχνεις να με βρεις μεσ’τον χειμώνα.

Αφού αγαπώ εσένα, πως ν αγαπήσω άνθρωπο,
η φύσις όλη στο στήθος μου
την καρδιά μου ξυπνά.

Στο στήθος μου
σε σταυραγκαλιάζω
σφιχτά.
Στα σπλάχνα μου είσαι
Γλυκή μου εάρ,
γλυκύτατή μου άνοιξη.

Τι τύφλωσε τον κόσμο και δεν κοιτά.

Πως τα σχοινιά που σαν να ξεμπλέκονται
μπερδεύονται πάλι,

Στα σπλάχνα μου μπαίνεις.
Κι ο κόσμος όλος περιμένει.

«Κόσμε;»

Περιπλανώμενα στις εποχές των άστρων
Στο κρύο και στο χιόνι,
Νοέμβριο μήνα,
Μια ανάσα δρόμος,
πολύ δουλειά,
πολύ δουλειά.

Ω γλυκή μου έαρ,
Στις ευωδιές σου,
Μείνε απόψε,
το βάρος της νύχτας,
τα βλέφαρά μου,
κουράστηκα.

που είσαι;
Πόσος ήταν μακρύς ο χειμώνας,
Να μπεις στο σπίτι μου
Τα παράθυρα ανοιχτά
Κι όλα τα φώτα.

Η φύσις έβγαλε επίσημο ανακοινωθέν
Στις παρυφές του βουνού
και μας καλεί ξανά

Κι ό κόσμος,
αν συνεχίσει να γυρίζει,
ας υπάρξει για λίγο και χωρίς εμάς.


Ω γλυκή μου έαρ,
Από το εμβατήριο που μου δόθηκε
Εγώ διαλέγω εσένα
Να κατοικήσεις στα μάτια μου.
Για πάντα.


19.02.011

Πέμπτη, 17 Φεβρουαρίου 2011

Λόγια της γής

η γή.
τα βουνά
Γροθοκοποιούνται
Η γή προστάζει.

Βρέθηκες μόνος στην αγορά.
στα ζάρια μ’όσα έπαιξες
βάλσαμο

Χτυπούν οι σόλες σου στο πάτωμα
Ακούς τη γη.
Μιλάς μαζί της.
αλήθειες κι αέρηδες,
λευτερώνουν τα σώματα
Στην καρδιά βάζεις το σώμα
στη φωτιά καίγεται.

Η γη προχωρά στον δικό της ρυθμό.
Λεωφόρους.
Προχωρά.
Η γη συνεχίζει,
Τ αστέρια γύρω της.


Μιλάς μαζί της.
Τολμάς.
Τ’αστέρια γυρίζουν.


Η γη σωπαίνει.
Λίγες φορές κλαίει τις νύχτες με το φεγγάρι
Που είναι μακριά και ολόκληρο

Σαν ξυπνούσε το φεγγάρι τη ρωτούσε
Που ακόμη ταξιδεύεις;

Με το όνειρο ενός γερό-βαρκάρη

Που χαιρετάει φορές στη λίμνη
Γνέφοντας ο άνεμος

η άβυσσος ολόκληρη
Σφυρίζει

Ο ουρανός έχει βαθύ χρώμα μπλέ
η νύχτα κι η αυγή στ αστέρια

Σφυρίζει,
η άβυσσος ολόκληρη.

Σφυρίζει η γή.
Πάλλεται.
Σφυρίζει το φεγγάρι


Όπως πάντα κανείς δεν άκουσε τίποτα.
Κανείς δε θέλησε να συζητήσει.
Ο κρότος ήταν ανεπαίσθητος,
Και δεν άκουγαν.
Μα στα μάτια βαθιά
Σε κάθε χτύπο,
Θυμούνται το όνομά της
Γη, φωνάζουν.
Γη μου.



Βρυξέλλες, 17.02.011

Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011

Θέση πάρκινγκ

Γίνε τουλάχιστον σαλτιμπάγκος στο σταυροδρόμι των εθνών
για μια δραχμή,
Πούλησε τον αφέντη σου
για μια δραχμή
σκλάβε

Σαν ένα τζαζ τραγουδάκι που σου πετάω στη μούρη
σαν την αρκούδα
που τελικά κι η ίδια χαίρεται,
πλανεύεται.
Χοπ, χοπ,
χοπ.

Σαν τον λαγό που έπιασε ψιλή κουβέντα στο τζιτζίκι
Και χορεύουνε
ώρες τώρα
αγκαλιά.

Γίνε ένα τουλάχιστον αστείο,
που με γλυκαίνει,
να χαμογελάω.
Από ευτυχία.

Στο λεξικό των εθνών
Που το είδες εσύ αυτό γραμμένο
Κάτω από το στήθος
Στις επιθυμίες σου
Και στην κραυγή που φορές δεν σε αφήνει
Να κοιμηθείς τα βράδυα. Και πλέκεις ένα παραμύθι μυστικό!

Σαν την αρκούδα,
με τον αρκουδιάρη που χτυπά
Χοπ,
χοπ,
χοπ.

Και μετά ξεχνιέται κανείς
Μια το ταμπούρλο και μια η χαρά στο πήδημα του ποδιού,
Στο ένα,
στο άλλο.

Ο χορός ποτέ δεν έβλαψε κανέναν.
Και που,
δεν νιώθεις και την αλυσίδα της φωτιάς.

Σαν στο πικρό φθινόπωρο
η αρκούδα να χορεύει.
Κι αν τύχαινε να δει τον κόσμο
στα πλαϊνά του δρόμου
Κι αν τύχαινε να σπάσει τα δεσμά
Σκλάβε,

Μην την φθονείς.

Μικρέ σαλτιμπάγκε των εθνών,
Πάντα στο ρυθμό.
Χόρεψε,
για μια δραχμή
κι έναν βασιλικό στην γλάστρα

Μια γειτονιά
Που ξέρεις ότι είναι εκεί κι αυτό σου φτάνει

Βαθιά στα μέσα της η αρκούδα
χορεύει στο ρυθμό των vibes
λίγο πιο μακριά απ’τ απέραντο
λίγο πιο μακριά απ το φεγγάρι
απ’τον ουρανό
μα αναπνέει.
Είναι ακόμη ζωντανή.
Χοπ.Χοπ.Χοπ.







Βρυξέλλες, 16.02.011

Κυριακή, 13 Φεβρουαρίου 2011

Στο σταθμό το τρένο



¨για όσα δεν τελείωσαν και δεν θα τελειώσουν ποτέ ¨

Άννα Κοκκινίδου


Με κάποιες κουβέντες,
Με βήματα κουρασμένα,
Από τη φωτιά κι από σιωπή
βαθιά στο χώμα μου

Με νύχτες στυφές,
Παγωμένα σεντόνια,
Στη σκόνη
Παγωμένα χέρια τα χέρια μου,
Πέφτουν τ’άστρα και πνίγονται
στη θάλασσα σβήνουν,

Σημαίες κυματίζουν
και αίμα στο σώμα μου,
όλες μου οι πληγές,
τα χέρια μου,

Με όσο φως μπορούν ακόμη να σηκώσουν επάνω τους,
Σ’αγαπώ.




Βρυξέλλες, 14.02.011

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Κοινός λόγος

Είναι λίγες οι φορές για έναν ποιητή που χάνει τα λόγια του. Όχι γιατί δεν έχει τις λέξεις, Ο ποιητής δεν αγχώνεται για τις λέξεις. Αν θα ρθουν ή δεν θα ρθουν…Ο ανειδίκευτος εργάτης του φθόνου αγχώνεται Κι αν τουλάχιστον μάθαινε, Να λεγα θα άξιζε τον κόπο. Κάποιοι βέβαια είναι εξαιρετικοί στην ανομία. Τουλάχιστον, ευγνωμονείς και λες εξαίρετοι, τους γνώρισες και είναι τιμή,
μα κρίμα τόσο που δίνουν πόνο, και χαίρεσαι που δεν τους έχεις εσύ.

Ο ποιητής ή τέλος πάντων αυτός που γράφει ποιήματα, ή έτσι λέει, γιατί ποιος στ’ αλήθεια μπορεί να τον αποκαλύψει άραγε,
αυτός που ξέρει ποίηση, ή αυτός που νιώθει ζωή. Τον ποιητή.
Ποιος ξέρει από ποίηση ας βγει στ αλήθεια να μιλήσει και να γράψει
Να πει για την ποίηση, και τι θέλει ο ποιητής,
Τι είναι ένα ποίημα
Να το βάλει σε ένα μικρό καλούπι που έχει να μάθει να ελέγχει – οϊμέ
Και πέντε μικρές κατηγορίες πραγμάτων, με πέντε λέξεις
‘Η χωρίς καμία γεύση για το σύμπαν που το δημιουργεί
Χωρίς καμία μυρωδιά να νιώθει πια

Τα μικρά είναι ασήμαντα, τα ιδιωτικά πολύ προσωπικά
Τα φιλοσοφημένα είναι ανούσια, οι ριπές είναι χυδαίες
Δεν έχει ρήμα, δεν έχει συντακτικό – οϊμέ

Στάλα στάλα
Λέξη τη λέξη, σπιθαμή προς σπιθαμή μέσα στο χώμα

Κι αν θα ρθουν οι λέξεις,
Ο ποιητής και τα ποιήματά του.
Ένας αφέντης σε έναν χώρο ζωής που θέλει δικιά του


Ο ποιητής δεν αγχώνεται
γιατί δεν αμφισβήτησε ποτέ τις λέξεις, τη χροιά τους,
Κι ούτε ο ίδιος αμφισβήτησε ποτέ την ομορφιά τους,
Μα αν μια κατάρα υπάρχει, είναι αυτή,
που θέλει να τη μοιραστεί.
Την ομορφιά, ή αυτό που σε πονά στ ανθρώπινο,
Κι ανάλογα,
βλέπεις μανιτάρια σε σπιρτόκουτα
Ή κούφιες κορδέλες, που έκοψες χωρίς αντανάκλαση καμία στο πλήθος

Κι η ποίηση υπομένει,
Όπως υπομένεις κι εσύ
Που απλά χαμογελάς και φεύγεις παραπέρα
Κι αφήνεις τους ειδικούς να μιλάνε για την ποίηση
Και τη σύγχρονη εποχή.

Πάντως λέξεις υπάρχουν πολλές στο κοινό λόγο.



Βρυξέλλες, 03.02.011