Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Άστεγοι γραμμάτων και τεχνών



Ν΄ακούς τους λαμπτήρες να σπάνε
Να μην φοβάσαι τίποτα


Να πηγαίνεις τα βράδυα και κάθε που νιώθεις την νύχτα να σε περικλείει, θυμάσαι; να λες, Ναι, να πηγαίνεις, να απαντάς στις προκλήσεις της στιγμής, ποιός άλλος; εσύ ξέρεις, να μιλάς, στον ήχο τι κρύβεις, ερώμενος των λέξεων, ο τόνος, το σθένος, ρωγμές, ο έχων ώτα ακούει, Να πηγαίνεις πες, “όλα;”, μίλησες, πρόδωσες, εξαφανίστηκες, πίστεψες, κι εμφανίστηκες πάλι γεμάτος δάκρυα, όλα, ολόκληρος άνθρωπος και μισός θεός, γεμάτος πληγές, η στιγμή, της στιγμής που φέρνει κι εκείνης που παίρνει, ο άνεμος, η μαρία, ο μιχάλης, η μαρίνα, ο θόδωρος, η αλεξάνδρα σέρνουν το ένα πόδι – το άλλο ορθό- ο στέλιος, ο πάνος, ο σταύρος, η ελευθερία, η νίκη, με τα πληγωμένα γόνατα, η αναστασία, μα το ένα ακόμη στητό. Να πηγαίνεις τα βράδυα, και κάθε που νιώθεις το μπουμπουνητό μιας ανάσας που θα ‘λεγε “είσαι τρελή;” “κοίτα ποιός μιλάει;” θα απαντούσες εσύ. Ποιός έχει άλλα δάκρυα ας μιλήσει πρώτος. Σε ποιόν ο λόγος δόθηκε να πει; Η ποιότητα των ονείρων μας καθορίζεται από τη σημασία των λέξεων σε φωτογραφία το βάθος των οποίων μόνο η συνανθρώπων ζωή μπορεί να σε κάνει να το νιώσεις. σ’εκείνο το σπίτι που ‘ρθαν όλοι, εκείνη την στιγμή, κι αυτοί που έφυγαν, κι αυτούς που έδιωξαν άδικα, και το μετρό της γραμμής, η ζέστη, η στάση, το τσαλακωμένο πεζοδρόμιο χαρτί στο μεγάλο βιβλίο του χρόνου.

Να πηγαίνεις, μην φοβάσαι – αιώνιος μαραθώνιος γεμάτος ήττες- η λεμονιά που σκόρπισε στα δυο, η συνάντηση, το πένθος και η αποκάλυψη. Γιατί; Ο βασιλικός στη γλάστρα, η θαλασσινή ωδή, το ποτήρι, οι σημειώσεις στο παράθυρο, τα τριαντάφυλλα. Να πηγαίνεις στα κύματα. Η αγία παρασκευή, το βραδυνό λεωφορείο, το νερό που κυλά και τα παπλώματα, η ντροπή, ποιο βαθιά ακόμη να ρίχνεις τα μάτια σου. Να πηγαίνεις εκεί που τα πόδια σου αντέχουν να περιφέρουν ένα χαρακωμένο σώμα με μάτια στραμμένα απέναντι, ψηλά, στον ουρανό. Πιο πέρα από όσα μπορείς να δεχτείς. Η ταπείνωση δεν περνά από στενά βολικά. Να πηγαίνεις ασύνορα. Να διασχίζεις την μεγάλη οδό, να κλείνεις τα μάτια σου απάνω στο βουνό, να τ΄ανοίγεις πάλι, να είσαι εδώ. Να πηγαίνεις εκεί που βολεύεσαι, να προτρέχεις στην ανάγκη με το μυαλό, χείλια, αίματα, χαμογέλα, σου πάει το κόκκινο. Η καρδιά παραδόθηκε. Ει, Που είσαι;Εκεί να πηγαίνεις, εδώ τι να κάνεις;

Εμείς αιώνες τώρα λέμε την ίδια ιστορία, κάθε λέξη, κόκκος μνήμης, έχει στέγη στο μεγάλο ποίημα του ανθρώπου, στις βουνοκορφές και στα νησιά των κυμάτων, στους μικρούς θρίαμβους, στην ανομολόγητη θέση που καθορίζει την σπίθα των ματιών μας. Βλάστησε ο σπόρος κι ανθίζει.
Εκεί να πηγαίνεις,
στην μεγάλη χαρά.








'Αστεγοι Γραμμάτων και Τεχνών
σε τοίχο στην καλλιδρομίου, αθήνα, νύχτα, καλοκαίρι 2014