Δευτέρα, 31 Ιανουαρίου 2011

September rain

I was landed one day
In a city forgotten by people but not by gods
nor animals, or flowers.

The day you will go
I will already know about it, She said.
Cities are like women,

When you do this,
and go

I will climb into your nose
Give you all the loneliness to smell,
As if as I was at the top of a building
and u had left me alone,

All of my steps of happiness to smell,
us to tango,
And the love you would have lost,

So that you never leave,
ever again.

Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Τ’αδύναμα χέρια μου

Όσα μου εμπιστεύτηκες
Την αγάπη σου,
Την έβαλα σε χώμα ν ανθίζει.

Και πλέκω να επιμηκύνω το σύμπαν,

Σαν τον ήχο του τραίνου που φεύγει
κι έρχεται,
μια αποβάθρα μεσ’τη σιωπή
να περιμένει,

Μετανιωμένοι φαντάροι που θέλησαν ν αλλάξουν τον κόσμο
Με τα παπούτσια τους φτηνά και ξεφτισμένα
Μ ένα λουλούδι στο πέτο.

Να σέρνονται πίσω από ονόματα και ταμπέλες
Τους κοιτώ που προχωράνε σαστισμένοι,
Δαρμένοι, βασανισμένοι
Με το αίμα να τρέχει απ’το σαγόνι

Χαμένοι από τη μάχη πολλές φορές
Σε δίκες στημένες πολλές φορές,

Σε μπουλούκια και μάγους,
Δικαιοσύνη, σου λέει ο άλλος.

Αυτά έβαζες στην αγάπη σου
Την ομορφιά σου στον κόσμο

Μα αλλιώς ήρθαν τα πράματα

Τι ξέρεις από μένα και τ’αδύναμά μου χέρια;
Με τέτοιο θυμό μίλησες
Δικαιοσύνη, σου λέει ο άλλος.

Με τις λέξεις βουβές ιδιωτικές
συγκινήσεις σιωπής που σου μαθαίνει ο χρόνος
με τα δόντια σφιγμένα, ηλεκτροσόκ,
ένα βιασμένο χαλί που σε τραντάζει ολόκληρο
κι αναρωτιέσαι αν είσαι ακόμη ζωντανός με τέτοιο τίναγμα
και τι έχεις κάνει λάθος

γι αυτό την αγάπη σου την έχω, την φροντίζω
στην περιποίηση, όταν περνάει απέναντι,
στις σκάλες,
στους διαδρόμους,

κι αλλοίμονο, είναι φορές που κλαίω
για όσους χάθηκαν, και δεν θα δούμε πια
ν ανηφορίζουν στη ρίζα του ήλιου
βασανισμένοι, κουρασμένοι

μα ελεύθεροι, ωραίοι, και πάντα ερωτευμένοι.

Σάββατο, 29 Ιανουαρίου 2011

Στην πηγή

Το νερό δροσερό,
Κάτω από τα πλατάνια
Οι αχτίδες του ήλιου που περνάν απ’τα φύλλα
Με χαϊδεύουν
Απλώνεται μια σιγαλιά, μια τα τζιτζίκια,
Μέρα τ’αυγούστου,
Ακούγεται η ερημιά,
κι αποκοιμιέσαι όμορφος.

Βρυξέλλες, 29.01.011

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου 2011

Τα σύνορα

στους μετανάστες της γης



Την πρώτη φορά που πέρασα τα σύνορα, τα πέρασα μια νύχτα, μεσ’το τρένο. Θυμάμαι, Βγάλαμε τα διαβατήρια μέσα στη νύχτα.
Το διαβατήριο. Αυτό το πολύτιμο έγγραφο.
Το μπορντώ handy αντικείμενο που το βαστάμε βαθιά στα στήθια μας, κι ας λέμε, κι ας κάνουμε πως δεν το σκεφτόμαστε ή δεν το έχουμε στο νου μας,
Όταν κοιμόμαστε.




Βρυξέλλες, 28.01.011

Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Μια λύπη

Άκου φίλε μου,
Δεν ξόδεψες νύχτες αλόγιστα;
Δεν έκανε άνοιξη ποτέ μες την καρδιά σου;

Τα χρόνια έζησες στεγνά;
Χτυπώντας το κεφάλι σου στον τοίχο για κείνα
που έκαναν εκείνοι και όχι εσύ;

Και ποιο το όφελος είναι λοιπόν που μένει τώρα,

Μια σάπια καρδιά, ένα βάζο χωρίς λουλούδι
Και πεντάλεπτες διαδρομές στο πάνω μανάβικο

Να διασχίζεις με πλήρη γνώση της εισαγγελίας
Αλλά να την κρατάς σφιχτά στα δόντια,

Και να ζηλεύεις τη ζωή που έδωσε μια κάτω απ’το πάτωμα
Κι άρχισε να χορεύει με πάθος
Σαν πουλί

Δεν είναι τα πόδια σου δεμένα φίλε μου
Είναι η καρδιά σου
Και πόσο λυπάμαι γι αυτό

Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Άγνωστος στρατιώτης

Ποιο πολύ απ όλα με πονάν τα σκοινιά που μου έχεις δώσει
Και κρέμονται,
Στην πλάτη μου

Ότι μπορεί κανείς
Εγώ να στέκω προσοχή στην πρώτη γραμμή
Ένας ελέφαντας και να γελάω
Τέτοιο στρατιώτη με έντυσες
Να κουβαλάω τους χυμούς σου
Που τόλμησα τον ήλιο να κοιτάξω

Που τόλμησα τον ήλιο να κοιτάξω
Όσο δεν άντεξε να γυρέψει από κανέναν ο ήλιος.
Να χτυπάν τα σίδερα κι εσύ φονιάς
Να αλλάζεις προσκεφάλι και να κοιμάσαι άχαρα
Σου έφεραν νέα από το μέτωπο;
Κι εγώ να στέκομαι ολόρθα και πεθαμένος.
Με την αγάπη κατάστηθα κι ένα τριαντάφυλλο
Στα χέρια,

Ποτέ δεν τόλμησες στην εποχή σου να το παραδεχτείς
Θυμάσαι,
Κι αυτά που λέω, και κείτομαι τώρα εδώ χάμου γυμνός και κρύος,
Σαν τα πουλιά που ταξιδεύουν στ αλώνια,
Ω, άγνωστος,
και πεθαμένος χρόνια τώρα,

Για μια φωτιά που σβήνεις ενώ παλεύει να ζήσει
Μα όχι, όχι μας λένε
Να σβήσει, να σβήσει
Να εξισώσεις τη ζωή ή το θάνατο.
Να μην μπορείς να διαχωρίσεις τον πόνο απ τη λαχτάρα.
Λαχτάρα,
Αχνά που σε τραγούδησαν απλά

Και ξανά τραγούδι, και ξανά τραγούδι
Κάποιες λίγες λέξεις απλές –
πολύ απλές για κείνον
που έμαθε τις λέξεις να γεμίζει.
Κι εγώ σιωπή.

Δεν ξέρω, τόσο καιρόν που μένω εδώ,
Στην πέτρα ή αλλιώς
Και τριγυρνάω στα βάθη της καρδιάς σας
Ω έλληνες,
Στα πέρατα του χρόνου τα βάθη μας ενώσαν τις καρδιές όλου του κόσμου.

Ποια χείλι;
Σφαλιστά.
Γι αυτό τα χείλι γράφονται με ι
Γιατί είναι δύο κομμάτια τους, ένα πάνω ένα κάτω, σφιχτά δεμένα
Ανίκανα να μιλήσουν
Το ρήμα αυτό μιλώ δεν το κατέχουν

Θυμωμένο στόμα στην σιωπή.

Κι αυτή η ανταρσία;
Τόσο μικρός και παγωμένος εγώ, σε μιαν άκρη ακόμη
Ποιος με κοιτά καθώς περνάει
Και τα αγόρια μόνο κάθονται
πέρα δώθε.
Να λογαριάζουν μεσ’τη ζέστη και στον αγέρα
στις φωτιές και στα μολότοφ, στις σύριγγες και στα γκλομπς;

Να χαν στα στήθη τους μεγάλη τέτοια αρχοντική παλικαριά,
Που να κλαιγαν στα στήθη τους
Τόσα δάκρυα
Που δεν τα γνώρισα ποτέ κι ήταν για μένα.
Με τόσα που είδαν,
Μα με κάναν από πέτρα στ’αλήθεια
Και δεν μπορώ να μιλήσω.

Κάποιοι με θυμούνται,
Κάποιοι με ξεναγούν σε μονοπάτια μίσους
Και κάνουν πως με ξέρουν καλά
Ένας στρατιώτης ποτέ δεν σφάζει παιδιά.

Αλλιώς μήπως στην γλώσσα ετούτην που έχουμε
Μέσα στις λέξεις, στην κρυφή βαθιά μουσική μας,
Του κόσμου του ανθρώπινου, σε τούτες τις λέξεις
Και στα φωνήεντα…
- μα τι περίεργα που μιλάς στρατιώτη.
Είναι στρατιώτης ένας που σφάζει παιδιά;
Για πιο καλό ποτέ στον τόπο τούτο,
Για πιο καλό στη μάνα γη,
Δεν είδε το ραπανάκι
Δεν είδε τη βροχή
Δεν χάιδεψε ποτέ ο αγέρας τα μαλλιά του
Τι άνθρωποι
Και τι ζωή είν’αυτή που ζούνε.

Τρέμουν τα φυλλοκάρδια μου
Αν ακούτε…

Σε λίγες λέξεις που αιωρούνται σαν ρούχα απλωμένα
Κρύος και ατέλειωτες οι λέξεις μου
Σαν σκέψεις που καθρέφτισα


Πολλές φορές μιλάμε για έναν καβαλάρη,
Σε ένα όμορφο άλογο
Μα εδω μιλάμε για έναν απλό στρατιώτη.
Έναν άγνωστο στρατιώτη, που πολέμησε σε κάποια γραμμή
Σε ένα τρένο χωρίς κανέναν
- και μη με ρωτήσετε γιατί γράφουμε το τρένο με έψιλον
γιατί το τρένο ήταν άδειο
κι όμορφο θα πω εγώ,

Ανταρσία των γραμμάτων
Εφώναξαν ευθείς οι φαρισαίοι.
Λάθος, λάθος.
Τίποτε δεν αλλάζει και δεν θα αλλάξει ποτέ.

Λάθος,
χρόνια τώρα κάθουμαι,
όσο ν ανθίζει ο ουρανός κι ουρανός ν ανθίζει
είδα πολλά τα πρωιά
Κάθε ένα του, με τη δική σου σπιθαμή ιδρώτα στο μέτωπο
Και τη δική μου.
Να ταξιδεύω για μιαν Ιθάκη
Που ο λόγος του μου δωκεν κρυφή την χάρη

Λίγες λέξεις, λίγες λέξεις.
Μόνο μία.
Η αγάπη.
Σε όλες τις γλώσσες που κοίταξα,
Μα στη δικιά μου ξέρω.
Με άλφα πάντα γράφεται η αγάπη
Γιατί το γράμμα πολεμάει να μείνει εκεί
Αιώνες τώρα
Κι έχει αντέξει.

Όπως κι εγώ που κάθομαι και παίζω σφυριχτά με τις λέξεις.
Κάποιες που είπα, κάποιες που είπες,
Συνάφεια των πραγμάτων και των περαστικών.
Μπροστά στα μάτια των νόμων.

Των απέραντων νόμων της ζωής και του δικαίου του άχαρου
Να ζεις, κι από χώμα, και πέτρα, να ξαπλώνεις όρθιος
Και να κοιτάς τον ουρανό καρφωμένος στο έδαφος.
Πειθαρχημένα όχι από φόβο
Αλλά από ένα όνειρο που υπηρετείς πιστά.
Κι αυτό πρεσβεύεις.

Κι αυτό το σέβεται ο στρατιώτης,
Γιατί είμαστε άνθρωποι.

Κι αν τα λόγια μου τούτα λες δεν σε αγγίζουν
Γύρνα προσκεφάλι και κοιμήσου
Μα αφού έφτασες εδώ άσε γλυκά να σε κοιμήσουν
Κι αύριο το πρωί στη μέθη γύρε της ζωής
Και στην ομορφιά του κόσμου
Αιώνες την κοιτούσα
Χρόνια το ξέρεις
Τώρα το λέω.
Απλά, γιατί κάθε γενιά άφησε λίγο από το αίμα της
Και πάντα ήλπιζα, όχι στο πιο πολύ,
Μα στο καλύτερο
Κι είναι η ελπίδα οι άνθρωποι που είναι ακόμη ζωντανοί.

Ω, χαίρε στρατιώτη της αυγής,
Η αυγή δεν μιλάει, στέλνει μόνο το χαρμόσυνο μήνυμά της
Για την ομορφιά του κόσμου λέει
Και τη γωνιά μας στον ήλιο
Για μια θέση για μας κάτω στη γή
Με τα ποδάρια και τις πλάτες δεμένες σαν σκοινιά στην πλάτη μας
Ω αγαπημένες μου, Κυριακές,
Θυμηθείτε και φιλήστε μου τη θάλασσα
Μόνο για κείνην ζω,
Στα κύματα, σαν δορυφόρος ή σαν πλανήτης
Σαν αποσπασματική πικρή παντομίμα
Που σε τσακίζει και σου δίνει μια.
Ούτε που προλαβαίνεις

Και σ όλη αυτή την λέξη,
Να κρέμεται η ζωή
Άγνωστος κι άνθρωπος,
Πεθαμένος και κρύος.
Αν η Αγάπη στρατιώτη

Να μην ξεχνάς
Βουβή είναι η λέξη που χώρεσε τούτα τα γράμματα,
Και παραπάνω αν σου πω,
Δεν ξέρω τι θα μείνει
Να στεγαστεί στην άβυσσο ακόμη κι απόψε
Και να ναι οι λέξεις τούτες ένα όνειρο
Να κοιτάς τριγύρω λες
Ενας άγνωστος στρατιώτης, ένα μνημείο στη θάλασσα

Και κάθε που θ αρμενίζω, σαν ναύτης πια,
Θα τριγυρίζω τις νύχτες στις πόλεις και στα λιμάνια
Να βρω στους ήχους της νύχτας λίγο από εκείνη την λεβεντιά
λουλούδια και ήχοι
Σε ένα όμορφο συναπάντημα
Μιας εποχής που μπόρεσε και χώρεσε σε κάποιες λέξεις
Ότι κατάφερνε να συλλέξει από το άπειρο
Χωρίς παρέμβαση από τρίτα στοιχεία.

Η ακόμη αυτός ο ποιητής,
Που να τον χωρέσει η άβυσσος;
Τον ξέρουμε τώρα πια νεοέλληνες τον θάνατο
Μα προτιμάμε τη ζωή
Μέχρι την ώρα που κι άλλοι θα γεννηθούν ξανά.
Γιατί τούτες οι φράσεις είναι μια λύση,
Και τούτος ο κόσμος,
Εσύ
Να γεμίσεις την τσάντα με λίγο νερό
Και κάποια πράγματα για φαγητό
Θα έχουμε δρόμο όμορφο και μακρινό.
Αγαπάμε.

Γιαγιά, η αγάπη δεν είναι το πιο σημαντικό;
Ναι παιδί μου, η αγάπη.
Κι έστρωσε μπρίκι να κάνει καφέ.


Βρυξέλλες, Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

H πιο όμορφη θάλασσα.

Εκείνη η πιο όμορφη θάλασσα.
Κείνη η φωνή της.

Δυο πέρατα νύχτες που χύθηκαν
σε μάρμαρο άσπρο, παλιό κι αρχαίο.

----


Κείνη η πιο όμορφη θάλασσα
Που ακούμπησε τις πληγές μου χωρίς οίκτο.

Να σβήνω πάνω της και να πεθαίνω.
Κι έτσι το κάθε χάδι της να ζει ξανά.
να με ζεσταίνει.

Να ονειρεύομαι.
Μόνος.
Μόνος και αποκαμωμένος,
Μία φωτίτσα μικρή που σιγοκαίει.




----




Εκείνη η πιο όμορφη θάλασσα.
Σκούρα χρώματα, και φως πολύ.

Χαράζει δες και δύει ο ήλιος.
Ασυγκράτητα κι απεγνωσμένα πάντα η νύχτα.

----



Μόνος,
μόνος και αποκαμωμένος,

Εκείνη η πιο όμορφη θάλασσα.
Σαν μια φωτίτσα μικρή που σιγοκαίει.
Και με φώτισε και μένα τον φτωχό.

Με ένα χρώμα κυανό.

Στη θάλασσα. Να ζεις και να πεθαίνεις.
Να λογαριάζεις τον άνεμο στα μαλλιά σου




----




Στην γλυκιά μυρωδιά της αύρας της θάλασσας
Κείνη η πιο όμορφη θάλασσα,.

Γόγγυσα,
Κι έκλαψα.
Έκλαψα πικρά.


Μα τη θάλασσα, κείνη τη θάλασσα,
που ήξερε να συγχωράει.
εκείνη εκάλεσα.

Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2011

2ος όροφος

Κι όλοι ζούσαμε μαζί στ’ απάντημα,
Και λαχταρούσαμε το βλέμμα
Απλά πράγματα,
Απλά, χαριτωμένα

'Ετσι έμαθα να μην φοβάμαι τα όνειρα
Ούτε και τις λέξεις.

Να γυρίζω αδιάκοπα σαν το νερό στην στέρνα
Από το σύννεφο ως τη γη, και πάλι πίσω
Μέχρι την θάλασσα.

Ποιός πρώτος την πέτρα στο γυαλό θα στείλει.
Κι ακούγαμε τότε πυροφάνια τα πουλιά,
Ή ήταν που στη γη είχαν κατέβει αγγέλοι
μα δεν το μαρτυρούσαμε.

Τη ζωή που ανάβει και σβήνει
Όλη τη φύση να ορθώνεται,
Και στα σιντριβάνια,
Και στους καταρράκτες, στα πέλαγα
Κι ότι πιο γαλανό,
Πιο όμορφο.

'Eμαθα να μην φοβάμαι τα σύνορα.
Η το άγνωστο, που δεν το ξέρεις καν,
ότι βλέπεις γύρω σου
Τις σκέψεις σου.



Βρυξέλλες, 13.01.011

Τετάρτη, 12 Ιανουαρίου 2011

Κουφάρια

Στα σαγόνια να γεννιούνται οι επιθυμίες,
Οι αγκώνες να κλαίνε,
Τα χέρια δεμένα,
και στη φωνή κανείς να μην αρκείται πια.
Τα σώματά τρέμουνε,

Από λύπη, τα σώματα τρέμουνε,
Κομμένα από τη χαρά και τα πετάξαμε στην άκρη του δρόμου.
Χωρίς έλεος.


Στα γόνατα μόνο μαθαίνουμε άνθρωποι,
Με τα δάκτυλα πάντα ψυχή κι υπομονή,
να γράφουν. Σε σώματα, αστέρια και θάλασσες.



Βρυξέλλες, 12.01.011

Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Η λάμπα

Βρεθήκαμε μόνοι.
Είπες να μείνει μεταξύ μας,
Μα το μαρτύρησες
Η πράξη, η υπόθεση, δεν έχει ακόμη εξιχνιαστεί. Και ποιος είπε τι.
Ποιος είναι ο φταίχτης αυτού του δράματος δεν έχουμε ακόμη μάθει.
Η υπόθεση μένει ανοιχτή.

Την λάμπα την άλλαξα,
Δεν μπορώ χωρίς φως.

Στην αγκαλιά μου φωτιά,
Στην κοιλιά μου βαθιά,
Μεταφέρω τα πράγματα μια εκεί, και μια από δω,
Κάπου να κάτσω που να βολεύει, τη λάμπα και το σώμα μου.
Κάπου να με βλέπει κι η νύχτα να με βλέπει και φως,

Επάνω στο πρόχειρο έβαλα με προσοχή ένα κερί
να σε φωτίζει,-
μετά έναν φάκελο με πέντε φωτογραφίες
που θελες να μου δώσεις έλεγες
που θελες να με δεις,
κι όλο ξεχνούσες να πάρεις μαζί σου-
ή μια καλή ιστορία για να πιστέψω,


και ήταν εύκολο
κατεβάζεις τον διακόπτη
αλλάζεις λάμπα
ανεβάζεις διακόπτη.
Κι ανάβει η λάμπα.

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Σύνθεσις

Εκεί μέσα σφυρίζουν οι αετοί,
Εκεί μέσα κι οι άνθρωποι μιλάνε,
Στη θάλασσα,

Που τους γιατρεύει το κορμί.
Και σιγανά ακούγει το κάλεσμα.
Κι όλα τα μυστικά που πόθησαν,
καλοσύνη,
Να ξεδιψά το κορμί, να ξεδιψά κι η ψυχή τους,

Και για τέτοια μυστικά μιλάμε
Μα αν τα ζούμε;
Της τα σφυρίζουμε τις νύχτες,
Γεμάτη εκείνη να μας τα φέρνει πάλι.

Κι όλα μαζί κείνα ένα,



Βρυξέλλες, 6.1.011

Τετάρτη, 5 Ιανουαρίου 2011

Επιστροφή

Περιμένεις
Περιμένεις,
Τα σύννεφα γίνονται ατμός
Τα όνειρα κυνηγούν τα σύννεφα
Ζαλίζεσαι, θεριεύεσαι, θεριεύεις
Όλα καρφωμένα στα μάτια όλα στα δάκτυλα.
Στα σκοτάδια.
Εκεί που ακούς και δεν ήρθες ακόμη,

Κι ακόμη περνάν οι μέρες και χαράζονται τα κομμάτια
Σαν σ’ένα πάζλ να είσαι βαθιά ασκητής,
Μέχρι τις ώρες που κοιτάς κι ουρανό δε φοβάσαι.
αφού δεν αγάπησες ποτέ τόσο τα σύννεφα,
κι ούτε ονειρεύτηκες ποτέ σου θάλασσες – κι ούτε και τις πόθησες ποτέ
μήπως κι αγγίξουν τις πονεμένες μας καρδιές, πριν γίνουν σκληρές.

Περιμένεις,
Περιμένεις όσο μπορείς
κι όσο εννοείς οτι μπορείς,
κι αυτό είναι που θέλεις,
Εκεί ακούει κι έρχεται,
Εκεί γυρίζει πίσω.





Βρυξέλλες, 5.01.011

Κυριακή, 2 Ιανουαρίου 2011

Επίλογος

Κι έπειτα το απόγεμα,
σαν πιάνει και βραδιάζει,
τη νίκη που έζησες και την αυγή που ξόδεψες
επάνω στα χαλάσματα της μέρας,
κρατάς με νύχια και με δόντια
το πληγωμένο κομμάτι μου
που άγγιξες,κι αυτό στο σώμα μου,
μια νύχτα και μια γή χωρίς σεντόνι,
ή ίχνος συνεύρεσης
σε μια σιωπή βυζαντινή που με ματώνει,
περιμένοντας έξω στο κρύο
του κτύπους του ρολογιού
κι εμένα να'ρθω.

As if

If tomorrow something would happen,
I lie within you today.

My words are acid like bitter lemon drops (you say)
in you
You’d rather talk about the moon, the sea or your eyes,

Or Should there be a kind of sorrow, (maybe tomorrow)
Or a beautiful love song, “bye bye elephant blue”

Oh, I would like so much to be just perfect for you, (maybe tomorrow)
Never make you sad, never say too much,
As if I was perfect and beautiful,
As if I was in you.




Madrid, 2.01.2011