Σάββατο, 23 Οκτωβρίου 2010

Ευτυχής

Αγάπα τον φίλο σου, Ζούμε την εποχή των δεσμών, το αίμα ρέει από πάνω μας στους δρόμους, Χύνεται στα περίπτερα και στους τοίχους, Αγάπα το αίμα σου, Σώματα,

Αγάπα το σώμα σου, Ολόκληρο, χτυπημένο ή μισό, Αναπηρικά καροτσάκια, παπούτσια, Αεροπλάνα και Βαπόρια, το Σώμα Σου

Αγάπα τον έρωτα, Οποια πόρτα κι αν χτύπησα που έγραφε ελευθερία επάνω, Το σώμα σου υστερόγραφο, Λίγες οι λέξεις των γνωστικών, Κάποιοι στο δρόμο κρατούν ομπρέλλα, Εγώ φορώ καπέλο, Σιχαίνομαι τις ομπρέλλες, Ισως όμως κάποια στιγμή κάνω ειρήνη μαζί τους

Αγάπα ν’αγαπάς, Ο ουρανός, τα σύννεφα ταξιδεύουν, Εγώ αγαπώ τους γλάρους, Το τιμόνι, Ο καπετάνιος, Σκέψεις, Φωτιά,

Αγάπα με πάθος, Γρήγορες οι στιχομυθίες καλύτερα, κι εγώ θα σου γκρινιάζω πάντα, η αγάπη πάντα απαιτεί, Κάτι λιγότερο, ‘Ολα

Αγάπα τον ιδρώτα που χύνεις, Να κάνεις έρωτα, αγάπα.δες που σ’αγαπούν, Τα υπόλοιπα ξέμειναν να διακοσμούν θολά τοπία, Και δεν με αφορούν, κάτι λιγότερο;

Αγάπα ότι σε γεμίζει χαρά, Τα μάτια σου,

Δευτέρα, 18 Οκτωβρίου 2010

Γύμνια

Το λοιπόν, δε βρήκαμε καράβι να μας παίρνει.
Δεν δέχτηκε κανείς να μας πάρει,
Κανείς δε λυπήθηκε την ατυχία μας,
Κανείς δε φώναξε στ’όνομα των ανθρώπων
- Τους θεούς τους είχαν κι όλας ξεχάσει στον κήπο με τ’αγάλματα.

Δε μας λυπήθηκε κανείς,
κι εμείς τους εαυτούς μας δε λυπηθήκαμε
Τους γιομίσαμε μ’ατόφιο χρυσάφι και μάρμαρο ν’ανασαίνουν πανέμορφοι,
Εκείνες τις ώρες που προστάζει ο ήλιος,
και ταξιδεύει το καράβι του πόνου.

Φώναξες κι εσύ, μα δε σ’άκουσε κανείς. Κι ας φώναζες.
Ποιος ο λόγος; Για ποιον άνθρωπο μιλάς;
Αυτοί που μένουν πίσω, δεν έχουν να σου πούνε λόγια.
Κανείς μας δεν μπήκε σ’αυτό το καράβι,

Λες τα λόγια μου είναι αστεία, και σίγουρα διόλου αληθινά.
Προτιμάς να με σέρνεις στα μπουντρούμια της αγοράς,
Να μ’αφήνεις στις λάσπες και στα δουλοπάζαρα,
Καημένε, με τραγουδάς και γελάς, κι αστράφτεις από περηφάνια.

Γελάς. Που αναφέρω τη λέξη αγάπη με περιφρονείς.
Παραπάνω ακόμη που μπορώ και τη βάζω σε σκέψεις, με κοροιδεύεις.,
Θα’θελες να μπορούσες κι εσύ, να νιώσεις
να μπορούσες λίγο να ελπίζεις, Λίγο να νιώθεις ζωντανός κι έτσι να πράξεις
λιγότερα γυμνός στα μάτια μου.

Μη φοβάσαι. Σε βλέπω μόνο εγώ.
Είμασταν πάντα μόνο οι δυό μας στην προκυμαία.
Χωρίς μαντήλι.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΓΙΑ ΣΕΝΑ - ΧΙΙΙ

Δεν ξέρω ποιες λέξεις να βρω,
Για να φανώ λιγότερα κουτός, Λιγότερα ρομαντικός από σύννεφο,
και να μην νιώθεις τις λέξεις υπερβολικές, για εντυπώσεις,
Αλλά ήλιος που χαιδεύει το νου, και το σώμα
με θάλασσα.

Το μανιφέστο μιας τοπικής διαμαρτυρίας

Κολλημένη στο σασί του μπροστινού αυτοκινήτου,
Ζαλίζομαι, το στομάχι μου σφίγγεται, μπορεί να έφυγες,
Μπορεί να είσαι ακόμη εκεί, άκουσα τον Αγγελο που έλεγε
Για τα φτερά, εσύ πέρασες κι εγώ σταμάτησα να τα μαζέψω
Αγγίζεις τη σκέψη μου, και το σώμα αντιδράει, όλόκληρες σταγόνες
κρύου ιδρώτα με λούζουν, το φανάρι γίνεται πράσινο, προχωράω,
σαν να μην υπάρχουν οι πλανόδιοι, θα τους χτυπήσω, η ζάλη μου,
ο ιδρώτας να καίει, πίσω από την πυρκαγιά εσύ, στο πεζοδρόμιο, στη γωνία,
στο ποτήρι, θα πέσω, το τέλος, Ζαλίζομαι, κάνει άσχημη ζέστη κι υγρασία, στρίβω,
τα μάτια σου, οι τοίχοι χορεύουν ή εγώ, η εικόνα περνάει πάλι από το μυαλό μου,
τα βήματα στο πεζοδρόμιο, Ζαλίζομαι, δεν θυμάμαι, σου είπα κάτι τέτοιο, αφηρημένες
έννοιες, όχι, όχι, δεν ήταν, η καρδιά μου, Ζαλίζομαι, παγιδεύτηκα, αρρωσταίνω, το στομάχι
μου σφίγγεται, κολλημένη στο σασί, γίνετε πορεία , σε ψάχνω,
μνήμες ήταν και στιγμές καραδοκούν στο δρόμο να μ’αρπάξουν, κι εγώ κρύβομαι,
Ησυχία, έχω κολλήσει το δέκτη μου στα τελευταία νέα, κάποιοι μαλλώνουν, με ζαλίζουν,
αλλάζω σταθμό, εκείνος επιμένει να ‘ρχεται ξανά, βγάζω φλας,
σκοπεύω το απέναντι διάζωμα, Στρίβω το τιμόνι πάλι,

Ησυχία, αργά περπατήματα, βήματα, πάλι φανάρι,
Το στομάχι έκανε τους κόμπους του θηλιές και με πνίγουν στο λαιμό, Τι να σου πω,
Ζαλίζομαι.Αρρωσταίνω.
Φοβάμαι. Το πλήθος των ανθρώπων μ’αρρωσταίνει,
Οχι τα μάτια σου, τα παλιά σου μάτια, Τα μάτια σου τώρα μ’ανατριχιάζουν, θέλω να βγω,
Μέχρι ν’αντέξω πάλι από, η ζαλάδα, δεν αντέχω, πρέπει να σταματήσω, Να ξεχάσω
τα παλιά σου μάτια, δεν υπήρξαν ποτέ, δεν ήταν αλήθεια,,
Από το στήθος και το στομάχι ανακοινώνονται παρεμβολές, σωματικές,
Ο δέκτης επιστρέφει πάλι, κι ακούω κάποιους να μαλλώνουν ξανά, δεν το αντέχω,
‘Ολα έχουν θολώσει.Παίρνω φωτιά,
παίρνω φωτιά και σβήνομαι αυτόφωτα στη νύχτα.
Αποκάλυψη,
Φωτίζω σε ουρανέ, αυτή τη νύχτα.




Βρυξέλλες - Αθήνα
14.10.2010

Τετάρτη, 13 Οκτωβρίου 2010

Να προσέχεις στο δρόμο

Με ράγισες μια,
Μ’εσπασες δυο,
τρεις με θρυμμάτισες.
Αυτό λοιπόν είναι ο έρωτας!!!
Ε, με τόσα γυαλιά που μαζέψαμε τριγύρω,
όλο και κάποιος θα κοπεί.



13.10.010
Βρυξέλλες-Αθήνα-Θεσσαλονίκη

Σάββατο, 9 Οκτωβρίου 2010

Τέταρτη Διάσταση

Εγινες λοιπόν μαύρη ψυχή,
Τρόμαξες τόσο,
Ποιος καθρέφτης θ’άντεχε στο κοίταγμά σου.
Κανένας.

Κι ούτε σπίτι, να λες ποτέ ξανά,
πως να τολμήσεις.
Τετραδιάστατος.

Μα, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν,
δεν στο σφύριξε κανείς; Κρίμα,.

Ο αέρας δεν έχει άλλο όνομα παρά το δικό σου,
λες, κι η γή δεν έχει άλλη σάρκα παρά τη δικιά σου, τα δέντρα φυλλώματα άλλα από τα βλέφαρά σου δεν έχουν,
κι όλη η φύση το φιλί σου.Πότε ξανά.
Και να πέφτεις αργά σαν πούπουλο, πτώση και πτήση.

ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ

Τα δάκρυά σου,
Η πληγή μου,
Από χαρά δάκρυα,
Από αγάπη ο πόνος

Μακρυά μου και τόσο κοντά μου,
Ηχηρές συμφωνίες σιωπής που φοβάσαι τον κρότο που θα’καναν πέφτωντας,
Και τις προσέχεις τόσο!

Τα δάκρυά σου,
Η πληγή μου,
Στέρεψαν, λες δεν ξέρω πια να κλαίω
Υπάρχει το στερεύω;

Ενα μήλο,
Η γραμμή των οριζόντων, το φεγγάρι,
Ο αριθμός κι οι επιβάτες,
Η γωνία, ο δρόμος,
Το φανάρι πράσινο,

Οι εκρήξεις, τα χέρια σου, ο Αη Νικόλας.
Η πρασινογάλανη θάλασσα,
Τα σκαλοπάτια της,
Ο χειμώνας που θα’ρθει.

Το χαμόγελό σου.
«Καλημέρα»

Παρασκευή, 8 Οκτωβρίου 2010

Απαξίωση

Εκείνοι που δεν μίλησαν ποτέ,
Πήραν μαζί τους στο τάφο τους θαμμένα μυστικά,
Έκλεισαν στην αιωνιότητα τους κλειδιά της ζωής μας,
Εγωϊστικά, απροκάλυπτα,

μας κράτησαν έξω από την νόηση μιας πραγματικότητας στην οποία συμμετείχαμε,
κι ας είχαμε δικαίωμα να μάθουμε - που ψάξαμε να βρούμε το γιατί -

Κι αυθαιρετούν λοιπόν, χάρην της εξουσίας της προσμονής,
με την απουσία του λόγου και με σιγή,

για όσα δεν δύνανται, και δεν μπορούν να αντικρύσουν,
σε απόσταση καμία από τη γή,
χωμένοι μέσα που θάφτηκαν για να μην τους δεις....


How pathetic indeed!


Βρυξέλλες, 8.10.010

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2010

Ο Ικέτης τη Νύχτα

Σαν ύστερη γραφή,
στα χέρια σου θα βάλω,
ένα πινέλο-λέξεις , .

Να ζωγραφίσεις στο σώμα μου,
-όπως πάντα -
ένα λαμπερό αστέρι.

Χρωματίζεις αρχίζοντας με μαύρο ουρανό τον πόνο σου,
- βρίθει το κόκκινο ,
κι ο πόθος.Επάνω σκούρο χρώμα.Νύχτα.

«Λείπω κι ο αέρας σε μαστιγώνει» λες «το νιώθω».
Τρεις φορές μετά περνάς την ανάσα σου επάνω στον καμβά.
Τρεις φορές ξεφυσάς, τρεις φορές σκοτώνεις,
Τρεις φορές, ξανά, χαιδεύεις τη γη.Νύχτα κι εκεί.

Κοιτάς το έργο,
στο σώμα σου ζωγραφίζω σκέφτεσαι.
«-‘Ομορφη..;!!!»
Σου ξεφεύγει. Σταματάς να μιλάς.
Σιωπή.Γελάς, άλλωστε είναι πειράγματα.

Μετά πετάς, γράφεις,
Εξομολογήσου, οι ΕΙΚΟΝΕΣ είναι ΠΑΝΤΑ ΠΑΡΟΥΣΕΣ,
Το έργο βυθίζεται μέσα σου,
η ορμή του φανερώνει φωνήεντα,
Βλέπεις;

Βαθιές της ελπίδας μετά οι πινελιές,
Πιείτε στον έρωτα,στη ζωή,
η μάχη της για ν’ανασάνει, βαθύ πράσινο,

Καίγεσαι στον μαύρο ουρανό.

Το σώμα στέκει θολό στη σχισμή των οριζόντων.
Θέλεις να ξεχάσεις οτι υπάρχει.Οι χαραμάδες στα μάτια μου.
Να τις ξεχάσεις (;).

Γραμμές απόλυτες, κι αργές χρωμάτων σκέψεις.
Τέτοια λύπη κι όπλισε το χέρι μου δες, με λάδι.
«Στέκομαι εμπρός σου.» λες,
ένας τυφλός που άσκησε την επιθυμία του βουβά μπροστά σου.
«Πώς να σε ξεχάσω.»

Το σώμα από θολό αρχίζει να παίρνει μορφή,
Το έργο θα λέγεται «νανούρισμα»,
Eσύ τo τραγουδάς,
Κι ευθύς το σώμα στο καμβά χαλαρώνει στα χέρια σου,

Κι ερωτεύεσαι,

Εκείνες οι χαραμάδες στα ματια σου; Τι περίεργο..

Εφτά κανάτια και λίγο χάδι στην ψυχή.

Δεν είναι δουλειά σου να το ορίσεις λες,
Κι επιστρέφεις στο έργο, ολόκληρο, με τους ορίζοντες και τα πανιά είναι ένα καράβι και πάει. Περνάει γέφυρες, περνάει δρόμους, στενούς, δύσκολους, χαμηλά τα γόνατα, αγιους καλεστές και τη θάλασσα.
Για να’ρθει, τι ωραία να’ρχόταν λες...



Σιωπηλά, οι τελευταίες πινελιές αρχίζουν να δίνουν μορφή σε αυτό το θολό τοπίο.
Κόκκινες, κόκκινες, κόκκινες, κόκκινες...πινελιές.
Κόκκινα φανάρια, κόκκινα,...κεράσια, ένα δέντρο,
κι ένας ουρανός βαθύς, έγενετο τώρα δα, ένας ουρανός βαθύς και μπλέ.
Ασκητικά το σώμα σου χαιδεύω μετά έναστρα,


Ξαφνικά μπόρα,.... ουρανός και σύννεφα,
Τα μάτια σου θόλωσαν, τα μάτια σου θολώνουν.
Δεν μου μίλησες.
Κι έτσι, τα μάτια σου έγινας κρύες πλάκες.Εφυγα, δε μου μιλούσες.


Με είδες αργότερα, ούτε τότε μου μίλησες.
με διαγράψες μέσα στο χώρο τόσο δυνατά, με τόση ένταση και πάθος,
στέλνοντας ένα υστερόγραφο τόσο ηχηρό,
κάνοντας με να θυμηθώ τότες που κατοίκησα για λίγο στα μάτια σου,
και που φοβήθηκες τον έρωτα πόσο λυπήθηκα, θυμήθηκα.

Pieta in Love, η Νύχτα.


Βρυξέλλες, 6.10.010