Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Άνοιξη

Εκείνοι απλά είπαν γι αυτήν
Αυτή τώρα γεννιέται ήσυχα στα μάτια μας
εμπρός μας
στον αιώνα που προφητεύτηκε ο ερχομός της
καθείς γνώστης περνάει απ’τον καθρέφτη
και πασχίζει να καθρεφτίσει εκεί τη θάλασσα
Λίγο από αυτήν.
Αυτή περιπλανιέται
χωρίς αντανακλάσεις
μήδε γνωρίζοντας, μηδέ ρωτώντας
πασχίζοντας κι αγωνιώντας για τ’άνθη της νύχτας
και τα πουλιά
της ίδιας ώρας

Τα νυχτολούλουδα δροσίζουν τις κλίνες της νύχτας
γιορτάζοντας
κρατώντας συντροφιά σε όσους κοιμήθηκαν με το χαμόγελο της αυγής.
Και ξημερώνει.





28.03.010

Πέμπτη, 25 Μαρτίου 2010

ΌΛΟΙ ΕΜΕΙΣ

Ο περιπτεράς που έδωσε τα ρέστα, δέκα λεπτά, πίσω

Ο νεαρός δημόσιος υπάλληλος που προσπαθεί να εξυπηρετήσει τον πολίτη

Η κυρία που έδωσε τη θέση της στο λεωφορείο για να καθίσει κάποιος που είχε ανάγκη

Ο συμβασιούχος ταχυδρόμος που προσπαθεί να μάθει τους δρόμους του χωριού

Η νεαρή νοσοκόμα που έψαχνε –και βρήκε τελικά και έβαλε– μια επιπλέον καρέκλα

Η τηλεφωνήτρια που έδωσε το σωστό αριθμό τηλεφώνου

Ο φαρμακοποιός που έκατσε και διάβασε όλη τη συνταγή στην ηλικιωμένη κυρία

Ο αστυνομικός που αγκάλιασε ένα μικρό κορίτσι, για να μη πέσει

Ο χασάπης που πέταξε το χαμένο λίπος πριν ζυγίσει το κρέας

Ο οδηγός λεωφορείου που πατούσε φρένο ήρεμα, με προσοχή στην έγκυο γυναίκα

Ο νεαρός επιχειρηματίας που έτρεξε να προλάβει την τράπεζα

Ο έμπειρος οικοδόμος που έβαλε το τούβλο σωστά

Ο γραφειοκράτης που απέρριψε την άδικη πρόταση προσφυγής

Ο οικονομολόγος που γιορτάζει την έξυπνη επένδυση του πελάτη του

Η υπεύθυνη λογιστηρίου που χαμογέλασε στο νεαρό νεοφερμένο

Ο αξύριστος τεχνικός που κατάφερε ξημέρωμα να φτιάξει το μηχάνημα, και τώρα πάει για ύπνο.

Ο δικηγόρος που υπερασπίστηκε τον κατάδικο, κι ας έχασε



λίγη εμπιστοσύνη στην καλοσύνη των Ξένων.




25.03.010

Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Περιπολικά

Ψίθυροι δεν ήταν.
Ήταν θορυβώδης σειρήνες.

Κάνεις ότι δεν τις ακούς.

Μπορεί και να φώναξες ακόμη πιο δυνατά
και να έκλεισες τα αυτιά σου.

Ακούστηκαν ξανά.

Προσπαθείς να πείσεις για την απουσία τους.
Τα μάτια σου έχουν γίνει κόκκινα από την πίεση
και οι φλέβες του λαιμού σου τεντώνονται.

Φωνάζεις για να με πείσεις
ότι σειρήνες δεν υπάρχουν.

Η φωνή σου υπερκαλύπτει κάτι,
όχι το γεγονός.

Η γειτονιά γίνεται μπλε από τα φώτα.
Ο ήχος γίνεται εκκωφαντικός.
Τα περιπολικά πλησιάζουν.


Δεν είναι περιπολικά.
Είναι σειρήνες από πρωινά ασθενοφόρα.

Κάποιος μου είπε να κάνω μια ευχή για κάθε ψυχή
που πολεμά να μείνει στη ζωή.

Αυτό κάνω.





23.03.010

Παρασκευή, 19 Μαρτίου 2010

Ελεύθερος στίχος



Χαίρε βάθος αμέτρητο



με τα μάτια ανοιχτά
όλα όσα εμαρτύρησαν στο βάθος τούτο

- τέτοιες ώρες σκίζομαι
πέφτω κάτω,
κλαίω,


παραμιλώ σιωπηλά χαμόγελα,


καμία έκφραση.

μα τα χαμόγελα και σιωπηλά λένε κάτι.
Ακούγονται.

Η αγάπη είναι από τους πιο πολύκροτους άηχους ήχους.
Πιο δυνατός απ’ολους, το κελάηδισμα των πουλιών.
Κι ένα βάθος αμέτρητο που αν καταφέρεις και τ’ακούσεις
αγκαλιάζεσαι λίγο με τη γή και ξεκουράζεσαι πάλι.

μία έκφραση:
η ακατάπαυστη ανάγκη της ομορφιάς να υπάρχει

και μια θάλασσα
κι έναν ουρανό μπλέ
για να καθρεφτίζεσαι

σιωπηλά τα χαμόγελα κι ανέκφραστα
ακούει κανείς;
η αγάπη είναι;

Ένα όμορφο πρωινό καλοκαίρι στη θάλασσα
Άηχος ήχος.
- Δεν έκανε ποτέ πολύ φασαρία.

ούτε η άνοιξη έκανε πολύ φασαρία,
απλά ήρθε.

η ακριβή μας η αγάπη φύσηξε σαν αεράκι
μεθάει τον κόσμο

άκου,
χαμόγελα.

ποιος τάχα έχει γράψει αυτή την μουσική;


Ένα όμορφο πρωινό καλοκαίρι στη θάλασσα.

ποιος βρήκε τέτοιες όμορφες εικόνες να ταιριάζουν στις λέξεις;
ποιος τέτοιες αδιαίρετες γεύσεις έπλασε;

Τα χέρια ψηλά και τα μάτια ανοιχτά.
Κι οι καταιγίδες
Και οι μπόρες
Οι κόποι.

η ανακάλυψη ενός ακόμη ανθρώπου.
Ακόμη ένας άνθρωπος.
Όρθια πνεύματα που ξαποσταίνουν.

Το τελευταίο αστέρι που χάθηκε,
ή αυτό που δεν πρόλαβες
Εκείνο που δεν έπεσε ή εσύ που δεν πήγες.
Τα σύνορα που δεν θα διαβείς ποτέ
και το ν’αγαπάς γι αυτό,

Τα δάκρυα.
Ένα μη-με λησμόνει.
Ένα χαμόγελο πικρό μιας αδύναμης μέρας.
ή ένα βλέμμα απλό. Ένα υπόκωφο χαμόγελο είναι κι αυτό
χαμόγελο.

Τα βήματα κάποια νύχτα, βαριά, συρτά, ανάσες χαμηλές
- αυτές άηχες.

Μερικές φορές.

Μα κάποια βράδυα
Βγάζεις φτερά κι υπάρχεις

Είναι ωραία η αγάπη μέσα σε ένα χαμόγελο.
ένα απόγεμα αυγούστου.
βραδυνό.
με τη δροσιά,
και να γιατρεύεσαι,
να της αφήνεσαι
να σε γιατρεύει.

Χαμογελάς.
Γεμάτα
ή σιωπηλά χαμόγελα.
Δακρυσμένα,
ή πρωινά.
Ανεπαίσθητα.
Χαμόγελα.
Γιατί λούζεσαι φως,
και μπορείς κι αγαπάς
πάλι.



19.03.010

Τρίτη, 16 Μαρτίου 2010

Ο Μακρυγιάννης, ο Ηράκλειτος και η θάλασσα

Για όλα φταίει αυτή η θορυβώδης κομπανία πιστέψτε με.
Ο Μακρυγιάννης πρώτα απ’όλα. Ο Μακρυγιάννης που βρήκε εκείνες τις κραυγές για να ονειρευτεί και να μας δώσει κι εμάς ένα όνειρο. Εκείνη την εικόνα. Την εικόνα της ομόνοιας του και του μαζί. Ένα όραμα κι αξιοσύνη.
Κι ας μην χλευάσει όμως κανείς. Μια όμορφη εικόνα για μια ταυτότητα. Μπερδεμένη η γνώση με την ποίηση. Η απλότητα με την ουσία. Η δυνατότητα με τη μορφή.
Μια απλή μορφή αρκεί.

Ο Ηράκλειτος και το νησί πλεούμενο στη θάλασσα της ύπαρξης - της αγάπης
αν είμαστε από τους τυχερούς.

Κι η θάλασσα.


16.03.010

Κυριακή, 14 Μαρτίου 2010

Εκείνο το βράδυ

Με τα λουλούδια να έχουν βρει με τη βραδινή δροσιά τη θέση τους στον κήπο,
τα νεύματα των μυημένων στις συνομιλίες της νύχτας,
και κάποιες τρομαγμένες λέξεις,
έκατσα κι έγραψα για τα όσα είχα ακούσει και είχα δει.

Ένα δοχείο ραγισμένο σε χίλια κομμάτια, που περίμενε ένα άγγιγμα χρόνια τώρα.
Πήγε να σπάσει απ’ τον αέρα. Τελικά δεν έσπασε.

Ένας κύριος – κατά τα άλλα κύριος σοβαρός, κύριος αξιοπρεπής,
με προσπέρασε με βήμα αργό, σταθερό.
Ακούμπησε ελαφρώς στο ραγισμένο βάζο το δείκτη του δεξιού του χεριού,
το βάζο άρχισε να κουνιέται και μετά έπεσε.

Γύρισε και μου χαμογέλασε με νόημα.


Η ματιά μου επάνω στα πράγματα έχει έκτοτε
λίγο από το χαμόγελό του και ένα κομμάτι γυαλί.



14.03.010

Σάββατο, 13 Μαρτίου 2010

Η σπειροειδής καμπύλη

Όταν αλλάζουν οι εποχές
Και έρχεται χειμώνας
Που δεν ξέρεις ακόμη
- και πώς να φανταστείς
Πλεγμένος ακόμη με τα πανωφόρια του φθινοπώρου
- μπορεί και να κρυώνεις κάποια βράδυα
Τις μέρες που θ’ακολουθήσουν,
και αν θα βρέχει

Τα πουλιά μερικές φορές σου μιλάνε για την άνοιξη
Για τον ήλιο τον πρωινό σε χαμηλές θερμοκρασίες
Θυμήσου υπάρχει η άνοιξη
Υπάρχει το καλοκαίρι.

Χωρίς τη θάλασσα πως ν’αντικρίσεις ουρανό.
- έλαμπαν τα μάτια σου στο «Καφέ Βικτώρια».
Θορυβώδης μορφές και μια δύναμη για πρόοδο.
Μια φυσική εξάντληση στα χαρακώματα των ασωμάτων.

Όταν αλλάζουν οι εποχές
Κι έρχεται η μέρα,
Έχει μαζί της κάτι από τη νύχτα του πριν
Λογοδοτεί για τον ήλιο του τώρα
Και προετοιμάζει το καλοκαίρι του μετά.


Αν ήταν η θάλασσα που είχε σφραγίσει τα μυστικά μας;
Η θάλασσα που ανταλλάσει κουβέντες με τον ήλιο,
και παρατάσσει το διαυγή βυθό της.
Δεν κρύφτηκε ποτέ η θάλασσα.
Κι αλλάζουν οι εποχές
- κι έχουμε μάθει
αιώνες τώρα τον κύκλο τους.
Παραδίδουν τα δώρα τους στην επόμενη κάθε φορά.
Κι ιδιαίτερα, εκείνες τις μέρες της παράδοσης, στην άνοιξη,
κελαηδούνε πουλιά.



13.03.010

Πέμπτη, 4 Μαρτίου 2010

Το τηλεγράφημα

«Αδέρφια μου, απέθανε ο από μηχανής θεός.»
Λίγες στιγμές απέμειναν ακόμη.

Γυναίκες με μαύρα κλαίνε στην άκρη απ’το ποτάμι.
Κι οι άντρες κατέβηκαν να πνίξουν τον καημό τους
πλάι στη θάλασσα.
Έβγαλε καιρό κι απλά την εκοιτάνε τρομαγμένοι, σκεφτικοί.

Οι ώρες-σκέψεις που τους ξημερώνουν
κάνουν τώρα το σεργιάνι τους στον κόσμο,
αυτό το ταξίδι,

Η χαρά του καινούργιου και μιας μελλοντικής ανακάλυψης,
ο πόνος της απώλειας,
ο φόβος στο άγνωστο,
η αγκαλιά της Κυριακής,
τα ανοιξιάτικα πρωινά
μ’έναν αγιάτρευτα σκανταλιάρη ήλιο να πιλατεύει
μαζί με την Πανδώρα,
συνένοχος,
τα αυγουστιάτικα χαμόγελα περαστικών
-ήσαν συλλέκτες κοχυλιών στην άμμο.

Μεγάλες ανησυχίες καθρεφτίζονται στα μάτια παρόντων πολλών.
Απέθανε ο από μηχανής θεός.

Μα μετά κάποιος φώναξε «είμαστε ελεύθεροι!»
Κι οι πιο γνωστικοί χαμογέλασαν.

Ένας ένας, αυθόρμητα, με βήμα αργό, άρχισαν να κατηφορίζουν προς τη θάλασσα
Πάντα με το ελαφρό χαμόγελο στα χείλι
σκύβοντας το κεφάλι για χαιρετισμό σ’όσους αντάμωναν στο δρόμο
κι εκείνους που έψαχναν στα μάτια τους
λίγο κουράγιο και κάποιαν ελπίδα.

Πέρασαν τα κατάλευκα σοκάκια
Κατηφόρισαν στο εμπορικό κατάστημα λευκών ειδών «Το αστραφτερόν»
Προτίμησαν και πήγαν και αγόρασαν λευκά μαντήλια.

Εγένητο και συνάντησαν εκείνους
που είχαν καταφύγει σε έναν βράχο επάνω από τη θάλασσα
ν’αναρωτιούνται την ευθύνη,
-κι εκείνοι-

Άκουαν τα κλάματα,
το φόβο, τον καιρό
όλα να συγχρονίζονται
και όλα να ενώνονται.
Κι όλα μαζί σουβλιές στο στήθος.

Κάποιος ξαφνικά φώναξε «Έρχονται οι βάρβαροι!»
Απ’άκρη σ’ακρη το νέο μεταφέρεται ταχύτατα.

Κι απέθανε κι ο από μηχανής θεός,
και τι θα κάνουμε τώρα.

Μα είμαστε ελεύθεροι
ψέλλισε σιγανά ένας νέος
Δεν ακούστηκε πολύ, το βουητό είχε βαρύνει

Είμαστε ελεύθεροι είπε.
«Σσσσσστ…..» σφύριξε ένας σοφός
μέσα απ’το πλήθος.

Ο μαγαζάτορας του εστιατορίου της κεντρικής πλατείας του χωριού, «Η Ωραία Ελένη», κινήθηκε και τράβηξε τις καρέκλες,
ο κόσμος κάθισε.

Τα γκαρσόνια φέρανε καφέ και κεράσματα.
Στη δεύτερη γύρα ένα μικρό στρογγυλό ποτήρι κονιάκ στον καθένα.
Οι γυναίκες κρατούν τα μαντήλια στα χέρια.
Παληκάρια κι άντρες σταυρώνουν τα μπράτσα.
Κανένας ήχος στην μικρή πλατεία.
Μόνο η δροσιά κάτω από τον πλάτανο.


Σηκώθηκε τότε ο τηλεγραφητής ελαφρώς εκνευρισμένος
ν’ανακοινώνει προσοχή για τη συνέχεια του μηνύματος
« μα έχουμε την αγάπη αδέρφια μου.»
Έχουμε την αγάπη.












4.03.010

Τετάρτη, 3 Μαρτίου 2010

Μόνο φωνήεντα;

Αφού έφτασα στη γή να περπατήσω,

Ξέρω το τέλος μου θα’ρθει κι αυτό.



Κι άρχισα να ξεθάβω ένα ένα εκείνα τα χρόνια που

γεμάτα τραύματα σκάλωναν στους φθόγγους μας.



Κι άρχισα ν’ανοίγω τις πόρτες,

και σπρώχνω τα παράθυρα

για να μπει φως.





3.03.010