Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Λίθοι

Κι αν είχες ποτέ την ευτυχία,
πως θα τον έκαμες τον παράδεισο;
Δεν θα έκοβες λεμόνια,
να ραίνεις τον πόνο,
Και την αγάπη να ευωδιάζει;
-Αχ, η αγάπη
Ελευθερία, κι ελπίδα καμιά



Δεν θα του βαζες μια βάρκα,
άγνωστη,
να κυματίζει στ’ακρογυάλι;


Με μιαν άγκυρα αθέατη κι ένα μακρύ σκοινί,
ελαφριά και ήσυχη η βάρκα να ζαλίζεται στα κύματα.


Δεν θα’βαζες τον ήχο, πανσέληνο και μήνα αύγουστο,
με τ’αεράκι του βουνού
να σου χαιδεύει το λαιμό;


Με μπλέ βελούδινα χάδια στο σώμα,
άλλοτε γκρι κι άλλοτε πράσινα,
μα πάντα ευγενή,
προσεκτικά μαζί σου.


Πες μου πως είδες τον παράδεισο;
Παρατημένες ενοχές έξω απ’τις πύλες,
με λαμπερές ζητωκραυγές;
και πάντα νίκες;


Αχ, ο παράδεισος είναι στρωμένος με άνθη, πέταλα ,
που ζήσανε και τώρα δα πεθαίνουν.

Πριν απο λίγο κάποια πάτησα.
Με χαμόγελο, και δάκρυα,
ο παράδεισος.

Μια προέκταση της μνήμης ή της σημασίας των στιγμών,
παρόντος και μέλλοντος,
που όλες τους γραφτηκαν στα φύλλα της καρδιάς μας
ασυνείδητα και μας σημάδεψαν.

- Σκάνδαλο κανείς να βάζει λέξεις στον παράδεισο.


Μα κι αν εσήκωνες τα μάτια σου ψηλά στον ουρανό
Κι αν έβλεπες τα πουλιά να πετούν – γαλανός ουρανός,
μέσα στο φως;

- Οι αφελείς;


Λες να’ναι έτσι ο παράδεισος;



31.08.010

Δευτέρα, 30 Αυγούστου 2010

Δεσμώτες

Να κοιμηθούμε πάλι στους δρόμους εκείνης της πόλης,
στη γή επάνω,
με την όμορφη ατέρμονη βόλτα των στέρεων ασωμάτων πλάι μας,
κυκλικά,
σαν βελούδινο φιλί,
χείλι απαλά σαν το ροδάκινο
σα δίνουν.


Αυτό που έχω να σου πω,
αστεράκι μου,


Δεν είδαμε τις σκιές μας στον ήλιο ποτές
πως φέγγουν.


Στο λιμάνι ατάραχα πως ανεμίζει ένα πανί,
αστεράκι μου,
δεν είδαμε.απόρησα.


Τις ανάσες μας
που ήσαν πιο καυτές στον ήλιο της γης,
ολόκληρες,
φρεσκοκομμένες.


Εκείνες δεν φώναξαν.Δεν είπαν τίποτα.


Η περιβάλλουσα όραση δεν ανταποκρίθη.


Κι εκείνα τα φώτα αστεράκι μου,
μέσα στη νύχτα,
ήταν χαράματα.


Και λες αυγερινέ των δρόμων της πόλης τούτης,
συγγνώμη παραστράτησα.
Δεν θα το ξανακάνω.


Πουλιά και θάμνοι με το κουπί στο χέρι που προσπέλασα,
ο ήλιος πριν πέσει τραγούδαγε το τραγούδι της νύχτας,
για ότι μας δένει,
και ότι στα χέρια του κρατεί με πόθο και δύναμη,
ελπίζει.


Αστεράκι μου έχει καιρό που δεν είδα σταυροδρόμια.


Μα εσύ από τον ουρανό και τα σύννεφα που παίζουνε κι όλο μαλώνουν ,
Τι ν’ακούσεις, τι να πεις
μείνε στη νύχτα σου να μας φωτίζεις.


Κι αφού βρίσκεις και μας φωτίζεις, πες,
δεν είναι διόλου αμελητέο.


Βρήκαμε το φεγγάρι με τον ήλιο,
και που ψιλή κουβέντα επιάσαν με την πούλια,

εμείς ενώσαμε τις αλυσίδες μας,
αστεράκι μου.


Εσύ στη γη που βούτηξες,
θάλασσα πλατειά και ξέρεις
Ποιος στα βάθη της μέσα, αμέτρητα, δεν ξέχασε να φύγει,
αλλά έμεινε,
αστεράκι μου;

Σ΄εκείνη την πόλη,
και κείνους τους δρόμους

Ελεύθερα,
αναζητώ,
αστεράκι μου τους ήχους σου στους δρόμους σου κάθε νύχτα.




30.08.010

Σκλάβοι

Ελεύθερα πολιορκημένοι




Την αφοσίωση στο φως
κανείς δεν μπόρεσε ποτέ
να καταλάβει
Με διαμαντένιους στεναγμούς
και πόνους,


Εκεί, στην άλλη πλευρά,
ακαμάτηδες αέρηδες τρικύλιζαν στα σύννεφα
αστεράκι μου.


Στον βυθό του ουρανού που φέγγεις συ αστεράκι μου,
Πε μου.


Νοσεί η επιδερμίδα της αστάθειας
κι έλαμψε
-χαραμάδα-
αστεράκι μου.


Αστεράκι μου,
μονολογώ.



29.08.010

Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Συνάντηση II

‘Επειτα ο χρόνος πέρασε χωρίς να ρωτήσει κανέναν
Κάθησε παραδίπλα κρατώντας νωχελικά στο στόμα του ένα λουλούδι
Και πιάσαμε κουβέντα για το εφήμερο
για το καλοκαίρι,
και τι είναι αυτό που μας κρατά στη ζωή.



3.08.010