Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Έλα μαζί μου (Η πρόσκληση)

Μια παλάμη ανοιχτή,
Κι ένα πλατύ χαμόγελο
Μια πρόσκληση.

Δες εδώ πιο κάτω,

τι όμορφα φαίνεται η πλατεία
Τα φώτα
και στο βάθος η θάλασσα
Σαν να καθόμαστε στη νύχτα με χιλιάδες ψυχές στην πλάτη μας
Στους προμαχώνες της μνήμης.

Πόσο πολύ και πόσο λίγο, ο χρόνος είναι ατελεύτητος
δεν μπορείς να πεις.

Τα σκαλοπάτια πέτρινα με λευκές ασβεστωμένες περιχαράξεις,
Καλοκαίρι θαυμάτων, κι ένα ελαφρύ αγέρι του.

Έλα και κάτσε δίπλα μου, να σου δείξω,
μοσχοβολά το γιασεμί,

Βλέπεις;
Στο τέλος του δρόμου, πέρα από τα σπίτια.
Δες.
Εκεί που τα φώτα διαγράφουν ένα σχεδόν, μισό κύκλο,
εκεί,
είναι η θάλασσα.
Κι εκεί ένα καράβι, πιο πέρα με εκείνα τα φώτα που χάνονται,
κι απομακρύνονται.

Αύριο το πρωί όμως, άκου, να βάλουμε γκαζάκι.
Να κάνουμε καφέ.
Να βγάλεις τα κουλουράκια, εκείνα με το αμύγδαλο.
Να κάθομαι στην πολυθρόνα, κι ας τρίζει.
Το αεράκι να με χαϊδεύει από το παράθυρο και να σε βάζω να κάθεσαι στην άκρια
να μην κρυώνεις.

Να μουδιάζει έτσι το σώμα μου, από τις λάμψεις του φεγγαριού που έχουν
καθίσει ολόγυρα στο σπίτι.

Και να σου λέω ιστορίες, πως κάποτε υπήρχε μια πόλη,
και πως φορές έκανα βόλτα εκεί τα βράδυα.
Να σου πω για τις μυρωδιές των λουλουδιών.
Η πόσο με μεθάει η θάλασσα.



Λοιπόν;
Ανέβα δυο λεπτά κι έλα κάτσε δίπλα μου
να σου δείξω τουλάχιστον τη θέα.

Αφού εκεί που πάω, δεν θα’ρθεις
γιατί ποτέ δεν θέλησες,
και πως γλυκά βασανίστηκες,
να ορθώνεσαι τις νύχτες μέσα στο ασημένιο φεγγάρι.
Και να λούζεσαι στις γωνίες μιας στιγμής
που πρέπει κανείς να χαμηλώνει το βλέμμα του από σεβασμό
για να σε δει.

Κι έτσι ατέλειωτα να ελπίζεις και να ψάχνεις,
Να ξεκλειδώνεις, να δουλεύεις,
Να κλείνεσαι φορές το βράδυ στο δωμάτιο και να κλαις.
Γιατί δεν το κατάφερες εκείνη τη μέρα.
Πως ν’αντέξεις τόσο βάρος, κάθε μέρα, του να είσαι άνθρωπος.


Ωραία που ήρθες.
Δες.

Είδες;
Δες,
Δες τι ωραία που είναι.

Τι όμορφα.

Ο ορίζοντας

κι η θάλασσα.


Ακούω το κύμα.

Λίγο ακόμη και φτάσαμε.

Έλα μαζί μου στη θάλασσα.

Φρέσκο ψαράκι κάτω απ’τη σκιά των δέντρων
εκεί που σκάει το κύμα.
Και να μαθαίνουμε τις αποχρώσεις του απέραντου και τι σημαίνει μπλε.
Σε μία λέξη.



27.09.09

Σάββατο, 26 Σεπτεμβρίου 2009

Εκείνο το ταξίδι στην Ολλανδία που κάναμε

Εκείνο το ταξίδι στην Ολλανδία που κάναμε

(;)

Αναρωτιέμαι φορές



Σαν τους στρατιώτες που τους δώσαν στα χέρια από ένα λουλούδι.

Κι αν κάποιος έλεγε, εγώ μυρίζω γιασεμιά.

Μαγευόσουνα.

Κι ένας ορίζοντας μεγάλος ανοιγότανε, διάφανος.

Ένα μεγάλο ταξίδι.



Με τη ζέση που οι σειρές των δέντρων, σαν μαγνητάκια,

με πίεσαν στοργικά

κι έβλεπα πάλι έναν δρόμο.



Με τις απουσίες τις δευτερεύουσες,

τόσο έντονα,



κι απών.



Κι εκείνο το ταξίδι στην Ολλανδία.



Με τις σειρές των κορμιών που οδηγούσαν στη θάλασσα

Χωρίς ματαιότητα ή κυριότητα. Χωρίς κτήση

πέραν μιας πλατειάς χαράς,

και λίγο ήλιο να σε ζεσταίνει επίμονα.



Ακόμη γράφω μερικές φορές, με κραγιόν, στους τοίχους.









26.09.09

Πέμπτη, 24 Σεπτεμβρίου 2009

Τα πράσινα φανάρια

Ξέρω ότι υπάρχεις χρόνια τώρα.
Ηχείς σαν καμπάνες της νύχτας,
Σαν τους αγγέλους.
Οργισμένοι, με ένταση,
πονεμένοι.
Πανέμορφοι.
Με τα μάτια,
τα τόσο όμορφα μάτια.
– πόσο να το πίστευες στ’αλήθεια.
Στ’αλήθεια.

Που γυρνάει σαν τον καραβοκύρη στην βάρκα του, στην θάλασσά του.
Μα δεν είναι σαν τα δικά σου τα μάτια. ,
Τα μάτια σου. Οι εξάψεις ειλικρίνειας, ντροπής, και μάζεμα.
Αυτά είναι τα καλέσματα.
Αυτά είναι τα φανάρια. Καλέσματα.
.
Το φως τους,
αν τ’αναγνωρίζεις,

Και ποιος να το πίστευε στ’αλήθεια


πως φώτιζαν τα πράσινα φανάρια,
στ’αλήθεια.


24.09.09 - Βρυξέλλες

In the delight of love

In the delight of love,
greenly moved by an innocent body
that held no warm,
externally hurt.

Live windows that disappear whenever the day has gone by.


24.09.09,
Brussels

Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2009

Η νύχτα στον έρωτα

Ξημέρωσε Σάββατο
Τα σεντόνια μου
Είναι γεμάτα λυμένες εξισώσεις όλης της εβδομάδας
Δεν έχεις ξυπνήσει ακόμη.Αναπνέεις.

12.09.09

Περίμενέ με

Περίμενέ με,

Ξέχασα τα κλειδιά επάνω στο ψυγείο,

Δυο λεπτά δεν θ’αργήσω

Περίμενέ με



Ακού,

Ναι, μη φύγεις

Να, δυο λεπτά

Μήπως καταφέρω να ορθώσω τα μάτια μου για να σε κοιτάξω

Μήπως το καταφέρω

Έσπασε και το τακούνι μου και πρέπει ν’αλλάξω παπούτσια.



Περίμενε, περίμενε…

Άφησα και τις κάρτες μου επάνω στο τραπέζι,

Δυο λεπτά,

δεν θ’αργήσω



Κάτσε λίγο,

ξέχασα την ομπρέλα μου στο αμάξι σου και θα βραχώ.

την ψυχή μου στα γόνατά σου και βρέχει.

την αγάπη μου στο πάγκο της κουζίνας σου μέσα στην κούπα του καφέ

κι έχει πάρει να βροντάει.



Στο κρεβάτι σου άφησα τις αστραπές.





12.09.09

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Ορνιθοσκαλίσματα

Ξέχασες ποτάμια και φώτα ανοιχτά






Καλοκαίρι 2009

Η ΦΛΟΓΑ

Οι μνήμες μου έλεγες
Είναι θύμησες
Των ημερών
Και των ψυχών

Σαν τ’ανάψεις το κερί,
η σκέψη σου τρέχει.

Που ‘λεγες για τα όμορφα λουλούδια στην άνοιξη.
Πλαταίνει η ζωή σου σε κάθε άνοιξη, έλεγες.

Σαν τ’αστέρια; Τόσο μακρυά;

Τόσο.

Γι αυτό τώρα κρατώ πλάι στο κερί όσα μου έδωσες.


10.09.09

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2009

- 0 _

0


Σαν το αλάτι
Στο νερό πως απόσταξε
Πέφτεις επάνω σε μια διάφανη σιωπή

Σαν γυαλί στον ορίζοντα.
Υπάρχει.

Σαν το αλάτι
Στο κορμί πως ενέδωσε
Αποδράττεις τη λεία του επιφάνεια

Εξιστορώντας τα κατορθώματα του βίου σου,
ο βυθός ευφραίνεται.


06.09.09

Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

Ανταρσία





Στα πειθαρχημένα κορμιά που νηστεύουν τη νύχτα μου.







Η βροχή ήρθε απροσκάλεστη εκείνον τον χειμώνα, θαρρώ.
Δεν ξέρω αν ήταν Μάης. Χειμώνας πάντως.

Άγγιζαν κάποιοι τα σταφύλια για να ημερέψουν το φθινόπωρο
μα, μας πλήγωσε στην άκρη των δακτύλων μας κι έτσι αποκάμαμε.
Κουρνιάσαμε μέσα στις ζεστές πλάκες του χειμώνα.

Χειμώνας ήτανε λοιπόν.

Σαν που τότε αδιάκοπα, να διαπερνάς από τα μάτια στη ψυχή και πάλι πίσω,
και να ορίζεις κοχύλια, αδυναμίες και ανυπότακτους όρθρους.

Απ’άκρη σ’άκρη.

Και σαν κλαις τα δάκρυα να μην καίνε.
Είναι από ασήμι, σαν κατευνασμένα από τη νύχτα.
Κι εκείνη – η νύχτα – να στριφογυρίζει στο μυαλό σου σαν οπτασία.
Πέρασε και ακούμπησε. Και χαμογέλασε.

«Από πού παν για τον παράδεισο;» ρώτησε.

Μας σώσανε τον ουρανό κι αυτό μας φτάνει.
Απλά βρέχει τώρα. Είναι χειμώνας.






05.09.09