Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Οι έρημες γυναίκες

στον φίλο δήμο μ.



Κυκλοφορούν ανάμεσά μας., Αλήθεια, το καταλάβατε τελικά;
Είναι εδώ, είναι παντού. Τις είπαν σειρήνες, την είπαν Πηνελόπη,
Μαρία, Γεωργία ή Καλλιόπη.


Η Μαρίνα κοιτούσε μέσα στο καθρέφτη τα γράμματα να πέφτουν ένα, ένα
« Ο κόσμος μου όλος καταρρέει » έντρομη έλεγε,


Χόρεψε Μαρίνα,
Χόρεψε Ευτυχία,
Χόρεψε Γαλήνη.



Βρυξέλλες,
14.07.011

Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Το βράδυ που έσπασα τον καθρέφτη

Ονειρευτήκαμε τον θάνατο.
’Εναν θάνατο απάνθρωπα γλυκό,
Νύχτες και νύχτες.
Ονειρευτήκαμε λευκές και μαύρες σκιές να τριγυρνούν στο δικό μας το σπίτι σαν ξένες
Φεγγαρόφωτες οπτασίες σαν ποδοσφαιρική φανέλα στο πλήθος.
Λούστηκε με φως,

Τα λόγια ήταν κλεισμένα σ’ένα μεγάλο πηγάδι που καθρέφτιζε όποιον το κοιτούσε.
Μάταια ο κουβάς προσπαθούσε από άκριτη καλοσύνη να συμμαζευτεί.

Δεν ζήτησε κανείς νερό, - μόνο αγάπη;
όλοι ζητούσαν να δουν τον πάτο του πηγαδιού,
κι όλοι μαζί, σιωπηλά,
τάχατες πως μόνο αυτοί εγνώριζαν το μεγάλο μυστικό,
να το κρατούν με νύχια και με δόντια,
πόσο γελάστηκαν, μάταια.

Δεν ανταπόδωσα παρά ένα στεφάνι από γέλια, χωρίς λέξεις,
Σιωπή.
Μαζεύτηκα σε μια γωνιά, κόκκινα ματωμένα πέλματα,
πληγές που ανοίγουν κάθε ξημέρωμα σε κάθε σιωπηλού αργοναύτη τα βήματα,

Κι άν είναι στη θάλασσα
γιατρεύεται τότες η θάλασσα,
κι αν ζεις στα πέλαγα γιατρεύεσαι κι εσύ,

Στο απέναντι σπίτι οι κουρτίνες έκλεισαν πάλι,
Ο έρωτας απαιτεί σώματα δύο, κι οι άλλοι απ’έξω,

Ανθρώπινη ευτυχία,
ανθρώπινος θάνατος,
-ζωή;

Τα πουλιά που κελαηδούν σαν ξημερώνει, κι οι προσευχές,
Οι κύκνοι που συζητούν με τα τριζόνια, Το φεγγαράκι χάρτινο,
μέρες και μέρες
Στον ουρανό.



Βρυξέλλες, 4.07.011