Πέμπτη, 26 Μαΐου 2011

Το καλοκαίρι μας

Τα χρώματα που δεν βάλαμε στο μαύρο
Μια κόκκινη ομπρέλα
Έβρεχε,

Το πρώτο και το τελευταίο έργο
Η γλύκα σου
Η συ-γνώμη σου

Οι ποδηλάτες πλάι στον άγνωστο
Τα τρία χαμόγελα, Τα σπίρτα κι η φωτιά που ανάψανε
Σε πρώτο πρόσωπο.Μέρα μεσημέρι

Οι εποχές που άλλαζαν και μαζί του
Άλλαζες κι εσύ.
Το δέντρο που ρίξε τα φύλλα,
Λες κι ήταν φθινόπωρο.

Τα θύματα κι οι θύτες γεμάτα φωτιά
Να σπάσουνε τις αλυσίδες τους
Ν’αγγίξουνε την άκρη της ελπίδας
Ν’αγγίξουνε τα χέρια τους, και τ’ακροδάκτυλα τους
Σ’αγαπώ, να πούνε.

Εκείνο το καλοκαίρι,


Βρυξέλλες, 8:03, 26.05.011

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Πέτρινη καρδιά

Απέθανα
κι άλλο πια. Δεν γνωρίζω, δεν έμαθα
Χωρίς συναίσθημα,
χωρίς ανατροπές. Μια πέτρα στα κύματα,
Έγνοια στον ήλιο.

Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Φιλί

Τα χείλια σου που επισκέπτονται,
νύχτες τώρα μια πανσέληνο,
βουβές σαν παραστρατημένα αγάλματα,
Τα ψαχουλεύω σιωπηλά τα μάτια σου,
αγάλματα από πέτρα κι ατσάλι,

Τα μάτια σου.
Με λέξεις.
ένα δέντρο, κλαδιά.
Μια παλάμη, ένα αγκάλιασμα,
Ένα μπράτσο. Ένα λουλούδι,
Ένα ξέσπασμα.
‘Ενα λιβάδι που ανθίζει.

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Πατριδογνωσία,

Κρατάς στα δόντια.
Έτσι, κράτα το στα δόντια.

Κείνη τη σκέψη που σου δόθηκε
Για να χεις δυο μέτρα σπιθαμή

Γίνεσαι, κι ένα κομμάτι του
Αρμονικά μοιράζεσαι κι εσύ

Στο χώμα Πέντε κύματα να σε βολεύουνε
Χωρίς σκεπή στον ουρανό.

Κρατάς στα χείλι και στα γόνατα
κάτι μυρωδιές, Και τις πληγές

Ολοκόκκινες σαν αίμα
Μια σημαία κι ένα ΟΧΙ.

Τρίτη, 10 Μαΐου 2011

Υποφέρω ( β α σ α ν ι ζ ο μ α ι )

στο αγόρι που β α σ α ν ι ζ ε τ α ι




Από το φέγγος του ήλιου,
το βράδυ το αυγουστιάτικο,

Από τα λιγοστά λουλούδια του κήπου,
το μπουμπούκι που πάει ν’ανθήσει,

Από τις αγκαλιές,
Τη νύχτα στα μάτια σου,

Από την θάλασσα που πάει,
και το βαρκάκι που τη σιγογλύφει,

Από τις πασχαλιές που πετάγονται,
Μήνα άνοιξη.

Από τις σκέψεις σου επάνω στο δέρμα μου,
αρρωσταίνω.


Βρυξέλλες, 10.05.011

Το δέντρο

Μ’αγάπησες που’μουν μικρή

Τώρα που ψήλωσα

Δεν σε βολεύω;

'Η σε ταράζει η δροσιά του ίσκιου μου,







Βρυξέλλες, 10.05.011

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

30 στίχοι για την ΜΑΡΙΑ

Αγαπημένη μου,
Ένα περιστέρι δίπλα σου που’ρθε,

Είναι που του ‘πα καλημέρα να σου πει.
Ο ποδηλάτης πέρασε,

Πέρασε για να σε δροσίσει,
Του μίλησα,

Μη σε πάρει μόνο,
Ο αέρας στροβιλίζει το καπέλο,

έπεσε κάτου.
Καλωσόρισες,

σε τούτον τον κήπο γύρναγες,
στα χάδια μιας λεύκας;

Είν’η μουσική του νερού.
Του ποταμού,

Κάθε που χάνεσαι, στον ουρανό,
με ψάχνεις.

Ο ταχυδρόμος στην άκρη του δρόμου,
Τον βλέπω.

Δεν θ’αργήσει να’ρθει,
Κι εγώ σου στέλνω,

Την αγάπη μου,
σε μια σταγόνα λάδι,

Τα κεριά στη κάμαρα,
Η γή στο φως της μέρας,

Αγαπημένη μου,
Ποιος φόβος σε τάραξε

Να γίνω καράβι και αγκαλιά
Μεσοπέλαγα,

Λιμάνι να γίνω κι η θάλασσα,
Που βλέπεις.

Πλατιά να βυθιστείς,
Με γεύσεις στο στόμα,

Τις τρεις ευχές που στέλνω,
Να’ναι τώρα εκεί κοντά σου,

Ο κόσμος να’ναι λεύθερος,
Κι εμείς στη νύχτα άγγελοι,

Φεγγοβολάς στη σκέψη,
Στην γειτονιά σου,

Σε βλέπω,
ζαλίζομαι,

Η καρδιά μου γίνεται πουλί
Κι εγώ γελώ,

Βαθιά σημάδια,
Πλατιά η θάλασσα,

Μακριά, μακριά στον ορίζοντα,
Βαθιά πλατιά η θάλασσα,

Να ξεκουράζεσαι,
Είναι τώρα κάτι νύχτες

Που τριγυρνώ,
σαν τον τυφλό με το φανάρι,

Να ξαπλώσω πλάι σου,
Ν’ακούσω τους ήχους των πουλιών,

Ακούς;
ξημερώνει,
πενθούν τη μέρα που’ρχεται

Το περιστέρι, δεν σου μίλησε ακόμα;
Ω, αγαπημένη, πιστά εγώ του τα'πα,

Φίλε μου του είπα,
Σταυραετέ, στόμα μου,

Δεύτερης ευχής χαιρετισμοί,
τα τραγούδια των γλάρων,

Εικόνες στη θάλασσα,
δεν είναι το λιμάνι,,

Είναι η θάλασσα,
απέραντη,

Κι οι λέξεις μια σπίθα
που κάνει την καρδιά μου μπουρλότο,

Κι αυτήν την σπίθα της καρδιάς μου,
Αγαπημένη μου,

Στο γράμμα τούτο ήθελα,
Να κάτσω να σου γράψω,

Οι λέξεις φτωχικές,
Σε κάποιο ακρογυάλι τις έγραψες,

Ηρθε τις πήρε το κύμα,
Αγαπημένη μου,

Για να τις φέρει κοντά σου,
Κι εκεί, εκεί να ξαποστάσω.

Εκεί που σκάει το κύμα.
Αγαπημένη μου, κοντά σου.

Παρασκευή, 6 Μαΐου 2011

Χωρίς την εγκατάσταση

Και τι θα κάνουμε τώρα,
Με ένα έργο μισό;

Μας λείπει ο χώρος του
Μας λείπει η αύρα του,
Μας λείπει ο διάλογος
Μας λείπει ο χορός.

Τι να κάνουμε τώρα,
Μ’ένα έργο βουβό,
Τεμαχισμένο, μισό.

Ηχούνε τα σήματα,
Και πιάνει φωτιά,
Λαμβάνονται κύματα,
στέλνει καπνό

Ακούγονται βήματα,
Γελούν,
Γελώ κι εγώ.



Βρυξέλλες, 06.05.011

Τρίτη, 3 Μαΐου 2011

Στο ασανσέρ

Ω, αιώνιε
Σε είδα στα μάτια πολλών
Σε βρήκα στα χείλια πουλιών
Αλλά δεν ήταν εσύ
Ω, αιώνιε,
Τι αυταπάτη,
Τι ηδονή,
Είσαι ακόμη εκεί.



Βρυξέλλες, 3.05.011

Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Ο φόβος

Να τριγυρνάς με σύνεση στον δρόμο, να ‘ρχεται στη μνήμη σου τυχαία τι μέρα είναι και τι χρονιά. Με λέξεις που σου δώσανε, και τώρα που κατάλαβες χαμογελάς. Τι δίνεις; Το φανάρι κόκκινο και σταματάς, ακούς τον ήχο της πόλης, ακούς τις συζητήσεις. Φόβο.

Πιάνεις πάλι τις τσάντες σου. Μια που είναι πάντα εκεί, μια άλλη που σου δώσανε να κουβαλάς, και περπατάς. Να γυρίσεις στο σπίτι, να φροντίσεις τον κήπο, μπορεί να δώσεις κάτι λίγο πριν να περάσεις πρέπει τα παπούτσια στον τσαγκάρη, πριν έρθει ο νοικοκύρης, να ξεσκονίσεις τα παπλώματα, να σταματήσεις στη στάση να κοιτάξεις την ώρα, να πάρεις τα παπούτσια απ’τον τσαγκάρη. Φόβος.

Σταματάς, όχι δεν σταματάς. Μια ανάσα περιττή, μια ανάσα αναστάσιμη, ένας μικρός φόβος που ξενύχτησε στ’ακρογυάλι και κρύωσε, ένα σώμα ριζωμένο στον ουρανό, μια, και μια στο φεγγάρι.
Φωτιά και σπίθες και ψάχνεις βροχή να τις σβήσεις. Κι αργοπορείς έτσι χωρίς ομπρέλα στη βροχή. Σαν φουντώνει, σαν φουντώνει το κερί, σαν πάει να σβήσει. Φόβος.
‘Ουθε Θάνατε,
που σε είδα που σε ξέρω, δεν σε κατέχω
σε γνώρισα,
επέζησα.

Σταυρώνομαι στον φόβο ήδη πριν,
για να μην με νικήσει. Έτσι και στον θάνατο,
έτσι και ο έρωτας
στα τέσσερα του ορίζοντα σημεία, σε όποιο στοιχείο,
ομιλεί.

Περπατώ, με τα κορδόνια λυμένα αφού δεν κάθονται μαζί, δεν θα πέφτω. Ένα νόμισμα που έχω στην τσέπη μου κι ένα ποτό που τόσο κάνει. Αυτό παίρνω. Πίνω τη θάλασσα όπως με πίνει κι αυτή. Δεν υπάρχει λόγος, δεν υπάρχει θυσία, η αρμονία αντηχεί, όχι από τα όνειρα, μα απ’τις αργές κινήσεις της ψυχής, παπ, παπ, παπ, παφφ,…κάνει.

Γέλασα είπες μιλάω, γέλασα, γέλασα, γέλαγα.
Με το κόκκινο κραγιόν και το μαύρο μου σακάκι περπατώ για το θάνατο μιλώ.
Ο φόβος αναστέλλεται διαπαντός για να γίνει λάφυρο της συγκίνησης. ζωή.
Λαίμαργος ο φόβος. Μας κατατρέχει σαν το μνήμα, αίρεση, αίρεση, πως τολμάς !
Κατηφορίζω, προχωρώ, αναιρώ, αμφισβητώ, ανακαλύπτω, με περπατάνε και με πάνε, αναζητώ,

Το λευκό χαρτί, μια πικρή στυφή μονάδα επιβίωσης σε έναν χρόνο που στηρίζεται σε μια πέτρα, σκληρή, κόκκινη, παρθένα κι αδυσώπητη. Μια σιωπή που ορίζει χίλιες λέξεις. Ένα τεντωμένο νήμα που τραβάς κι ας σου λένε, μη, μη, μη, φτάνει πια, κι εσύ τραβάς, και έχει ακόμη, και τραβάς πάλι, και πάλι έχει, κι έχεις ιδρώσει τι θα γίνει, τι είναι αυτό.
Απελπισμένος κάποια στιγμή,
παφ !

Στην άκρη του σχοινιού υπήρχε μια γλώσσα, και κάτω απ’τη γλώσσα, υπήρχε ένας τύραννος ψεύτης ουρανός ατιμώρητος. Φόβος. Βρίθει η βροχή.

Νερό, νερό, νερό, να σβήσω τούτη τη φλόγα, την πακετάρισα στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου πίσω από τα μήλα έβαλα και τα κεριά, ταξιθέτησα την πυγμή, οριοθέτησα μια νέα λέξη: φόβος. Του έδωσα μνήμη και όραση, κάθε μελλοντικό θραύσμα έρχεται στα πράγματα μας με έναν δικό του προσωπικό ρυθμό,
τι κοιτάς,
φόβος. Τι δίνεις τι έδωσες τι θέλεις, ο φόβος έχει για όλα μια λύση, έχω να σου φέρω πολύ. Λέξεις, στίχους, μια μελωδία άκου,

Αν θυμάσαι τη μελωδία, δεν ήταν πόνος, ήταν το κάψιμο των φτερών του Ικάρου, κι η ανάσα στο πέλαγο,
θάλαττα, θάλαττα, αναφώνησα, θυμήθηκα, παραπάτησα.

Ήταν ήδη αργά, είχε βραδυάσει σ’εκείνον τον κήπο κι ο δρόμος γεμάτος σημεία και φωτεινούς σηματοδότες έλεγε «Μπροστά, μπροστά, μη σταματάς» Λίγες σταγόνες στο σακάκι μου τρέχουν κι έχω κρατήσει έν’ αγκίστρι χωρίς δόλωμα,
σαν ψάρι περπατώ στον ουρανό, εκεί που έχω ριζώσει εκεί, που έχω μεστώσει, σαν πληρωμένου έρωτα ανεμώνα.

Τ’αγκάθια και οι έρωτες είναι όμορφα λουλούδια του κήπου κι έτσι τα νοεί κανείς. Με κόκκινα σπαράγματα ανθισμένα, εκεί να βρεις την παπαρούνα, κι ας φοβήθηκε την ξαφνική βροχή. Η παπαρούνα έχει γραμμένη μέσα της μια ορμή πρωτόγονη και τραγουδάει. Μια σε μένα και μια στον ουρανό,
εναλλάσσει τα μάρμαρα με τα κλώνια, κι αγαπά να λύνεται με κίτρινη θηλιά.
Βρέχει. Πόσα πέταλα μένουν άραγε μετά τη βροχή. Φόβος.

Ο τίτλος που θα δώσεις στη γαλήνη δεν έχει και πολύ σημασία, για να είμαστε ειλικρινείς, Ο φόβος, ο φόβος έχει σημασία.
Καμία φωνή, τι λέτε τώρα; Στον φόνο δεν υπάρχει νικημένος.
Υπάρχουν μόνο νικητές. Συγκρατημένες κραυγές.
Ο φόβος κάνει πολλά. Κυρίως ο πεθαμένος δεν μπορεί να μιλήσει πια. Τι να ψιθυρίσει ο καημένος. Πέθανε.. στ αλήθεια; Πέθανε; Δεν ξέρω έχει τα μάτια του κλειστά μάλλον πέθανε σκέφτομαι,

οι φωνές μάζεψαν τη γειτονιά, κατέβηκε ο τσαγκάρης να δει τι τρέχει,
πέθανε άνθρωπος στην πλατεία.
τον είδε ο μπαρμπέρης τρέχοντας πήγε κι αυτός να ίδει τι γίνεται.

Σαματάς, σαματάς πολύς, πολύ φασαρία, φεύγω, χαιρετώ απότομα, κι ανηφορίζω πάλι, στο χέρι μου είναι δεμένες οι άκρες των παπουτσιών και σφίγγω τη σακούλα μου με πείσμα. Εδώ σ’ έχω κατεργάρη, ε, φόβε, σε σφίγγω σε πατάω, σε τινάζω, σε προσέχω, σε ποτίζω, φωτιά, φωτιά, ….σβήσε φωτιά.
Βρέχει στην πόλη.


Με καλεί η μούσα κι εγώ της μουτρώνω και κάνω δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, δεν σε ξέρω, και που να σε βρώ, δεν σε βλέπω, δε σε δέρνει τρικυμία. Φωτιά. Κι φόβος που πλέον έχει κάνει αντικλείδι και μπαίνει, δεν σου χτυπάει καν την πόρτα. Σιδερένια η πόρτα, σιδερένια κι εσύ, σαν την πόρτα, Πόρτα και παράθυρα κόκκινα ένα σπίτι που εδρεύει στο πρώτο χρέος, στο σημείο επαφής, αγκαλιάζει το δεύτερο κι ερωτεύεται. Κι ο φόβος στ’ αλήθεια μπορεί τα πάντα.

Να πατήσεις στην ανάγκη στον καθρέφτη ανύπαρκτες ουλές της μάχης. δεν φαίνονται.

Χτυπάς με λεπτότητα και χάρη μοναδική στον φόβο,
κοιμάσαι ανάλαφρα κι όσο να ζυγώνει να σου μιλήσει εσύ δεν τον επαρατάς. Τον έχεις κάνει ένα στυφό μαργαριτάρι συνώνυμο με όσα γύρεψες και τον λατρεύεις. Περπατάς σφυρίζοντας διαγράφοντας στον ουρανό όποια λαίλαπα μπορεί να τον καταστρέψει, <ΦΟΒΟΣ> <Πάρα πολύ φόβος> Τι τάχατες σε φόβισε τόσο πολύ. Γέλαγα,

για τον θάνατο μιλάω, αν δεν πεθάνεις μια, πώς να τον καταλάβεις,
ου Θάνατε, που γυρνάς και τριγυρίζεις, ξέρω με καρτεράς, δεν ξέρω καν τι είσαι
ξέρω όμως τον φόβο, αυτόν τον ξέρω,
τρώγω ζωντανή.

Ξέρω τον έρωτα, το άνθος την άνοιξη και το φθινόπωρο του,
Ξέρω το στιλπνό φεγγάρι του νοέμβρη. Γνώρισα τον θάνατο,
Φοβάμαι. Ποιες λέξεις έχουν τόσο στοιχειώσει το σώμα μου και τριγυρίζουν σαν γαϊτανάκι, μια ανεμελιά που λέγεται πως πέταξε με παπλώματα ανθών, κι έφτασε. Φόβος. Πέθανα μια και ξέρω. Αναστήθηκα και δεν το ξανακάνω. Μια στον ουρανό και μια στα σύννεφα, βροχερή μέρα, στην άκρη του παραθύρου μου έχει ήλιο, είναι μια όμορφη μέρα, είναι μια όμορφη μέρα για να σπάσει κανείς μια μεγάλη σιδερένια γέφυρα σ’ένα μάτσο παλιοσίδερα. Κόλαση.

Ο φόβος τα έκανε όλα αυτά; Μη διστάζεις ν’απαντήσεις, ναι. Τρομάζεις μόνο όταν σε βλέπει πρώτη φορά όχι όταν έχει τα αντικλείδια. Μπαίνει μόνος του. Δε σε ρώτα. Ξέρει πριν από σένα για σένα.

Γι αυτό επιθυμώ να μιλώ μόνο με ανθρώπους τυφλούς, που δεν ακούνε,
Που με το φανάρι αναμμένο
βλέπουν τον έρωτα, τα δάκτυλα, την ψυχή, το άγγιγμά, σ’ένα λουλούδι που ανθί-ζει.