Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Μικρές συναντήσεις

Στο σώμα σου ζω, με τη γύμνια,
Τη γύμνια μελετώ με πάθος.
Κι αφοσιώνομαι. Ακροβατώ,
μία στα χείλι και μία στα χιόνια.

Κάνω τον πόνο, φωνή, και τη στιγμή κάνω αίσθηση.
Μια σου μιλώ και σου ζητώ,
μια μαρτυρώ, και μια σωπαίνω θλιμμένη.
Για όλο το φόβο που είδα στα μάτια σου, έκλαψα.

Όλα στα μάτια δίνονται,
κι όπως στα μάτια και στα χέρια παρεδόθη.
Με όλη τη δύναμη της φωτιάς, και το σκληρό της γής
-Μη με ρωτάς πως ξέρω-
Στους μυστικούς εκείνους δρόμους
είναι ένα φως πλατύ.

Είδα απελπισμένες καμπύλες, πλυμένες με δάκρυα στροφές
αλήθειες γυμνές και ενοχές, Είδα ντροπές και ζήλειες, λάσπη, επαφές
Είδα και άλλα που ήθελες να δεις, μία που δεν βρήκες, μία που φοβήθηκες.

Αβασάνιστα να μιλά κανείς για την αγάπη είναι πράμα ασυνήθιστο, το ξέρω,
και δύσκολα απαντάται.

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Τη νύχτα οι τόποι

Όταν νυχτώνει,
οι τόποι όλοι μοιάζουν πολύ.
και χώμα που πατώ,
μετανάστης του κόσμου ετούτου,
πάντα ξένος,
το βράδυ που θα κοιμηθώ
-δε το ξεχνώ, θυμάμαι-

Που έσβησα μια νύχτα με γεμάτο φεγγάρι,
Σε μια θάλασσα που αγάπησε το ατέλειωτο χάδι
Του μυαλού, και γλυκά που ακούμπησε στο σώμα.
Μαγγανοπήγαδο του νου, και η δροσιά του, ξεκούραση.

Όταν νυχτώνει ζυγοσταλάζουν τα χαράματα,
Και είναι μόνο τότες που αντέχω τη σιωπή,
και το τραγούδι της γης.

Οι τόποι διαδέχονται ο ένας τον άλλο.

Πλημμύρες είδαμε πολλές.
Και κεραυνούς, και αστραπές,
Η θάλασσα που ενώνει το θέατρο του νου,
και στη σκηνή μας ξεσηκώνει, στο χώμα που πατώ
τη νύχτα μεριμνώ τα κλειστά στόματα, που δυσκολεύονται να μπουν στο φως της μέρας.


Η σιγή τους πόσο με πονά. Φτηνές παρενθέσεις γι ανίκανες συνθέσεις σωμάτων δύο.
Όλες εκείνες οι νύχτες, χαμένες. Κι οι τόποι όλοι.
Στο χώμα πετώ και πλέω, δεν το ξεχνώ, θυμάμαι,
Τις πρώτες στιγμές της γέννησης – ένα λουλούδι,
Ένα κύτταρο ζωής. Η αγάπη.


Μα πάντα πλαγιάζω ξένος, ακούραστα εραστής του ονείρου
και των ψίθυρων της νύχτας, εραστής του απείρου,
σωμάτων δύο, τη νύχτα σαν τόποι που γνωρίζονται, δυο άνθρωποι ξένοι.


18.12.010

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Τελευταία

Είναι κάτι φορές που νιώθω το σώμα μου όλο
ένα σπίτι με χαραμάδες
Αφού ανοίγω τα χέρια μου και μπαίνει ο κόσμός όλος
Εντός μου,
υγραίνω στο άπειρο που με διαπερνά
Και στέκει εμπρός μου

Αφουγκράζομαι
κι αισθάνομαι
Έχω ακόμη σώας τα φρένας με τέτοια ομορφιά
-με τη ζωή -
που μπορώ ακόμη και γράφω
Τα κύματα που διαδέχονται το ένα το άλλο
Φεύγει ένα εδώ κι άλλο πιο πέρα
‘Ολες οι στιγμές που σφίγγονται στο μηχανοστάσιο του χρόνου,
σα μαγγάλι
σα παίρνουν ένα προσκεφάλι για φθινόπωρο
σε στάση αγνή, βυζαντινή, λιτή κι απόμερη
Γιομάτη μύρο τη γή.Αν ήταν δική μας αναρωτιόμαστε.
Κι εσύ που γράφεις, αναρωτιέσαι τόσες φορές
Μονολογώ,
Ακούει κανείς τα νώτα του παλμού του σύμπαντος
ή απλά περνάνε από τα μάτια μου σαν γιασεμιά
Σαν λίγο να τα άγγιξες, Ίσως και να τα νιώσεις,
Τα γιασεμιά να ελαφροπατούν, το ρόδο της άνοιξης
Όπως ακριβώς το καλοκαίρι και η ζωή,
Γι αυτό τουλάχιστον χαίρομαι
Θα πεθαίνω ζωντανή, ερωτευμένη
Και κουφή, απότις τόσες χαραμάδες που η ομορφιά σ’ετούτου τον κόσμο μοιάζει
Και την αγνότητα που κρύβει μέσα του το ε
Πρώτο γράμμα στη λέξη ελπίδα.
Γι αυτό το α του απάντα, από το α που ξεκινά η λέξη
αγάπη.
.

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Πρόσκληση

(Εμπιστοσύνη)

Κι εμείς έτσι να χτίζαμε με τα χέρια μας,
μέσα σε όλη αυτή την καταστροφή, πάλι ξανά,
το άπειρο.






16.12.010

Δευτέρα, 13 Δεκεμβρίου 2010

Past revisited

There is a sadman near by the sea.
We call him yellow, and he just smiles
He remembered a day that he wore this shirt,
yellow.

He walks by the bay, and he sings funny songs
for the trees and the birds, and the sea that he loves.
He sometimes cries, but this he really does not know,
it is this sky.
Yellow.

Suddenly, he realized that he has been living in a dream,
A dream that not even its vigorous imagination could not perceive,
All this time, he has believing in a candle of love.
Yellow.




Brussels, 13.12.2010

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Όχι άλλα μοιρολόγια

Με σκοτώνουνε μάνα μου
Κάθε που σέρνομαι
Δεν πέθαναν εκείνοι για μένα
Εμένα μου ζητάνε να πεθάνω γι αυτούς

Κι εγώ πέθανα μάνα μου
Πέθανα κι ακόμη ζω

Με λίγες σπίθες σιωπής που μ’απομένουν φωνάζω
Εδώ είμαι. Δυνατά.
Ακόμη εδώ. Ζωντανή κι όρθια.
Πόδια στη γή γαντζωμένα.
Και χέρια μαγκωμένα στ’αστέρια, πάνω απ τα σύννεφα
Αστέρια τα χέρια, με σύνεργα τον ουρανό

Και λυσσάν τα δόντια μου και τρίζουνε,

Και λεν πέθανα μάνα μου,
Νομίζουν πως πέθανα.
Μα είμαι ακόμη ζωντανή.





Βρυξέλλες, Δεκέμβριος 2010

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Η μικρή μου η καρδιά

Στη σιωπή που έμαθες
Θέλεις να μάθω.
Τα λόγια που δεν είπες
Δε θέλεις να πω.

Αυτά που σού καναν άλλοι
Κι ο κάθε ζυγός, Χωρίς να ξεχωρίζεις πια μήτε καλό
μήτε κακό. Ελευθερία έξω, και θάνατος αργός
Κι έτσι πρέπει, έτσι κι αλλιώς
και σέρνομαι δες,
Μεγαλοπρέπεια σαφώς,
Στόμα στυφό.

Καίγονται πόλεις, καίγονται χωριά, γυναίκες στα σπίτια
Στους δρόμους παιδιά
Κι όσο κι αν έτρεξες, τα βράδυα εκείνα, κι αν φώναξες
Σου σπάνε τα χέρια, σου δένουν σκοινιά,
Καίγεται μέσα σου η μικρή σου η καρδιά.

Κι εγώ που κάθομαι και γράφω
Τραγούδια που λες, Μια σπίθα άνθρωποι
πέντε ή ζωντανοί
αν είμαστε αρκετοί;

Παλαμάκια χτυπάνε στα σκληρά ναρκωτικά
Να πίνουν, να γλεντάνε σε αισθήσεις λιπαρά,
Να σιωπούν, άνευ χαράς, καθώς πολιτικώς ορθά.
Μόνο χτύποι στην πλάτη, χαϊδευτικά

Κι εγώ που χω τα μάτια ακόμη ανοιχτά,
στην παράσταση που μόλις άρχισε
να μετράει αντίστροφα ξανά,
Δεν ξέρω ποιος μένει να χειροκροτήσει
Μάλλον κανείς, Είναι κι η λύπη τέτοια
Κι ούτε και δάκρυα έμειναν καθόλου στα μάτια
Μόνο η φωτιά που καίει τις φλέβες.
Μόνο η μικρή σου η καρδιά.
Για όσο χτυπά.



Βρυξέλλες 7.12.010

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Αποκαθήλωση

Αν γεννιόσουνα πάλι,
θα κρυβόμασταν σε μίνθη και κρίνα.
Μαζί στα στάχυα.
Γεννήθηκα κι εγώ αργά επάνω στις πλάκες αυτές βαδίζοντας
Με κάθε θάμα να έχει τη δική του γεύση και υφή, Και παραζάλη.
Κι αυτή τη φορά,
Για την αρχή του θαύματος είμαι εδώ
Για την ανάσταση ήρθα.

Πρόσφυγας

Στο γιό μου Φώτη
που δεν θα υπάρξει
Γιατί κι εγώ η ίδια
δεν γεννήθηκα ποτές




Καλοκαίρι 2006, Θεσσαλονίκη