Δευτέρα, 26 Ιουλίου 2010

Δάκρυα τ’ουρανού (πανσέληνο)

Βρέχει στα περιβόλια τ’ουρανού.
Σύννεφα σε τούτα τ’αλώνια κι αραχνούφαντοι πόνοι.

Ποιος το περιμένε πως δάκρυζε ο Θεός.
Πολύβουη σιωπή και μπόρα.

Κι αν δεν ήταν οι αχτίδες στο πέλαο να χρυσίζουν
-πανσέληνο βράδυ-
θα ‘λεγες η φύση όλη δάκρυζε,
ή έσπαγε σε κομμάτια πετρωμένα κι άκαμπτα
κι ήταν απ’τις ρωγμές που έσταζαν σταγόνες.

Το φεγγάρι κρύφτηκε μετά, από φόβο και θλίψη.

Κοιτώντας το, στο βάθος,
εμπέρδεψα τις πέτρες, τον ήλιο,τ’αστέρια και τη νύχτα,
τα δάκρυα με τη θάλασσα.




25.07.010

Δευτέρα, 19 Ιουλίου 2010

Το τηλεφώνημα

Ναι;
Κλείσε, θα σε πάρω εγώ.

Δρόσισε, ναι.

Οχι, δεν θα προλάβω αύριο.
Πες μου, μ’αγαπάς;
Ναι, κι εγώ φοβάμαι,
το φεγγάρι γεμίζει κι απόψε.

Πες μου θα περάσεις να σε δω;
Ναι, κι εμένα μου’ λειψες πολύ.

Καλά,
θα τα πούμε κι αύριο,
αν βολέψει.
Να προσέχεις.

Καληνύχτα.
Σ’αγαπώ.

20.07.010

Σάββατο, 17 Ιουλίου 2010

Μικρή λιτανεία

Καίγονται οι πατούσες του στις πέτρες του βυθού
Τα χιλιόμετρα που έχουν γράψει στα πόδια του.
Τα χέρια με στόμφο γροθιά.

Κάποιοι περαστικοί βλέπεις να μεταφέρονται με κάποιο σκοπό.


Η θάλασσα,
τα νησιά,
Και τα μεγάλα παπόρια ανάμεσα.

Στο δρόμο προς την Αγιά Μαρίνα.

17.07.010

Παρασκευή, 9 Ιουλίου 2010

Μικρό Τραγούδι σε Τρεις Πράξεις

Σκίστηκαν τα φτερά του στον ήλιο και στο φως,
τον άδραξε η αγκαλιά της θάλασσας.

Στον ίδιο χώρο, τις ίδιες στιγμές, έμαθε, δεκαετίες μετά,
την προσοχή που συνέτασαν τα μπλε του μάτια.

Δεν είναι ο χρόνος που πέρασε,
είναι το κομμάτι παράδεισος που λείπει.

Θα ήθελε να είχε κλείσει την πόρτα,
και να τον είχε φιλήσει με πάθος.

Δεν συζήτησε ποτέ την ποσότητα των πόθων
που καθημερινά συναντούσε κι αδυνατούσε να χειριστεί ευπρεπώς.

Εκτός από τα σύνορα, γνώριζε και το άπειρο της θάλασσας,
Γι αυτό μελαγχολούσε.

Κατέλαβε τις διαγώνιες ρωγμές μία μία
και τις έβαλε να πλύνουν τα χέρια τους.

Τα κλειδωμένα, πίσω από την πόρτα, αντικείμενα
έκαναν πια πολύ θόρυβο.




9.07.010

Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Συνάντηση

Σε σκιερό μέρος

Τη στιγμή που έλαμπε μια μελαγχολία κι ένας ήλιος έδυε

Ελεγε

Προς τα που να πάω

Δεν ήξερε τον δρόμο

Κι όμως συνέχιζε να περπατάει.



Δεν είχε προορισμό κανένα,

Εσκυβε κάποιες στιγμές και πετούσε τις πέτρες που τον ενοχλούσαν στο πέρασμά του.

Απόφευγε όσο μπορούσε τις λακούβες.



Σχεδόν το διασκέδαζε.



Λοξοδρόμησε μέσα στο δάσος γιατί του φάνηκε ο λόφος να κλείνει στη θάλασσα.

‘Εβγαλε δυο αναστεναγμούς.

Σκόνταψε σε ένα κομμάτι ξύλο.

Γύρισε, το κοίταξε και του άρεσε η αίσθηση στην παλάμη,
το γυμνό κομμάτι ξύλου είχε φτιαχτεί για το χέρι του.
Κι έμεινε εκεί μέρες, στα χέρια του, στο βάδισμα, στο απόβραδο
στην εξέλιξη μιας πνοής ή στην πλοκή μιας απίθανης υπόθεσης,

όπως και να’ναι,

στη συνέχεια της ιστορίας ανακαλύπτουμε το κομμάτι ξύλου να έχει βρει μια βολικότατη θέση ανάμεσα σε μια πόρτα και στο κούφωμα, για να αφήνει το δροσερό αεράκι να βολτάρει ανέμελα τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού.Και δεν χρειάστηκε ούτε να κλείσει τη πόρτα, κι ούτε να ψάξει πολύ να το βρει, γιατί το είχε ήδη στα χέρια του
τόσες μέρες.

‘Ετσι όταν ο έρωτας πέρασε μπροστά απ’το σπίτι, τον είδε απ΄την χαραμάδα.


Κι ακόμη αναρωτιέται πως τελικά
ήταν τυχαίο;
ή αν απλά συνέθετε τα (χαμένα) κομμάτια του δρόμου του.



4.-5.07.010

Πέμπτη, 1 Ιουλίου 2010

Πόρτα

Ψάχναμε το φεγγάρι
Κι εκείνο κοκκινομύριζε κι ήταν ολόκληρο
σαν δροσερό ροδάκινο, μπροστά μας,

τις στιγμές που τυχήσαμε να δούμε.
Με μερικές απλές κινήσεις των βλεφάρων ή των χεριών,
η κατανόηση των πνευμάτων κυκλοφορεί μοιραία

στ’ακρογυάλι τούτης της λέξης.