Σάββατο, 27 Φεβρουαρίου 2010

Παρανάλωμα

Ο ωραίος ήλιος, εσύ;

Από ποια αγνή πανάγαθη χώρα το ‘σκασε ο ουρανός σου;
Τόσος ουρανός πως στέκετε; δες
Και πως τον κρατάς στους ώμους σου;
Φορές ανήμπορος να τον αντέξεις.

Τόσος ουρανός κι απλώνει τα μπράτσα του,
και στέλνει.
Σεμνά τα χέρια τεντώνονται να τον αγγίξουν,
χέρια σε ικεσία χωρίς ντροπή.

Τα πόδια πάλι, ριζωμένα στο χώμα δονούνται.
Στην παλλόμενη γη.
Κι η γή μας χορεύει.

Συνάμα σκάζουνε πάλι από τον αφρό ήχοι και κύματα.
Ενώνονται με το τραγούδι των φύλλων
παρέα κι ο ταχυδρόμος αέρας απ’όσα φαράγγια διάβηκε.

Έρχονται επισκέπτες στο σπίτι μου τη θάλασσα.
Εκεί που ‘γιαίνουν οι πληγές μου, κι ολημερίς που βλέπω τον ήλιο.
Ώρες τώρα έστεκα πάλι κι έβλεπα το βυθό της
να ξεγυμνώνεται αδιάντροπα.

Κι άκουγα κι από εκεί μέσα πιο βαθιά ακόμη τους χορούς της γή,
εκεί στην εκταφή του ανθρώπινου χρέους.

Τέλος,
πιο βαθιά ακόμη μέσα στο χώμα,
βρήκα την καρδιά μου να πάλλεται κι αυτή.
ικέτιδα κόρη στις ηλιαχτίδες που την έθρεψαν.
Μια πυρκαγιά.




27.02.010

Δευτέρα, 22 Φεβρουαρίου 2010

Δέκατος τρίτος στίχος

Για σένα ραγισμένη
Αγκάλιασα
Στην άμμο
κάθισα.
Στους κόκκους άμμου
Με περιτριγύριζαν όνειρα
και σημάδια.
Πολλά σημάδια.

Αποτελειώθηκα να χαμογελάω στη θάλασσα.
Το χρέος μου στον ήλιο.



22.02.2010

Σάββατο, 20 Φεβρουαρίου 2010

Προσανατολισμοί

Είναι μια γλώσσα
που έμεινε στη φωνή μου δαγκωμένη
χρόνια και χρόνια
και γούρνιαζε στην αγκαλιά μου κάποιες νύχτες
και άκουγα κι εγώ
σαν θύμηση μου έμοιαζε αρχαία, μακρινή
λέξεις και πέρατα
ήχους στο βάθος
μια γλώσσα γνώριμη
πεταλωμένη με τις μυρωδιές του πεύκου
και την αλμύρα της θάλασσας

Κάποιες ψυχές συνάντησα στο δρόμο
Κάποιες καρδιές
Που ψάχνανε να φτάσουν στην αρχαία Ολυμπία
Με δάφνες και στέφανα
Και λίγο θυμάρι από τα πέρα βουνά

πώς να’ναι, πότε έγινε
που είχαν κρυφτεί και πως με βρήκανε,
πως με νανούριζαν, και σε ποιον ύπνο
πως και μου μίλησαν
γιατί,
δεν ξέρω ακόμα.

Κι άρχισα πάλι να την μιλώ
τυχαία
τ’αυτιά μου αναγνώρισαν
και η καρδιά μου κατάλαβε.

Μπορεί να έψαχνα.
Αλλά στ’αλήθεια τίποτε δεν μπορεί να βρει κανείς,
εάν δεν το’χει ήδη ταξιδέψει
γιατρέψει, ομολογήσει,

μάρτυρας των καρπών.
Με τα χρώματα και με τις εικόνες
τις μυρωδιές και τις διετελέσεις στωικών χορών
και με τους ήχους του αέρα και των πουλιών πάνω από τη θάλασσα
ένα παιδί που ζει πλάι στο κύμα

κι οι φίλοι μου;
προσανατολισμοί στην πορεία.
άλλοι απ’τη θάλασσα την καλή,
άλλοι από τα βουνά τα ωραία,
τα όμορφα δέντρα μιας γης
και τα χώματα

Βράζοντας τα πέλματα ανάμεσα στα χώματα
θέλγουν τους ανθρώπους οι μνήμες
που αβασάνιστα
χάρισαν γνώση τόση.

Να παλεύεις να της ξεφύγεις είναι αδύνατο.
Αυτή η γλώσσα γίνεται λέξεις.
Μάλλον καλύτερα,
οι λέξεις πλάθονται ξανά σαν γλώσσα.
Ξανανταμώνουνε σε ένα όμορφο δειλινό απόγευμα στην παραλία.
Κι όταν σμίγουνε:
«Μείνε λίγο πίσω, περίμενέ με να’ρθω,
κάνε το βήμα σου τάχα αργό
να σε προφτάσω,
να προχωρήσουμε παρέα, ψιλή κουβέντα.
Κι έτσι να ξέρω πως αν υπάρχεις
δεν θα χρειάζεται πια να κρυφτώ ποτέ ξανά.»


21.01.010

Πέμπτη, 18 Φεβρουαρίου 2010

Το τελευταίο τραγούδι

Έπειτα από τη λάμψη, ένα νέο δοχείο
Γεμάτο φως

Κλείνουμε τα μάτια μερικές φορές
Και φυσάει
Και γεννιόμαστε πάλι ξανά
μ’ένα χαμόγελο που το κρατάμε σφιχτά
μα χωρίς βία

Περπατάμε στο δρόμο
κατηφορίζουμε ανεμόσκαλές
σκαρφαλώνουμε βράχια
οργώνουμε τα πέλαγα
και σαν βραδιάζει

μαζευόμαστε στη φωτιά
και χαζεύουμε το φεγγάρι το αυγουστιάτικο
κι η κάθε ρίζα μας θάβεται πιο βαθιά στο χώμα
το καλοκαίρι
ο παράδεισος

η θάλασσα.



18.01.010

Σάββατο, 13 Φεβρουαρίου 2010

Αστέρια κι άγγελοι

Όμορφο βράδυ
φωτιές – φωνές
ένας πυρήνας
που λιώνοντας
- τρεχούμενο μάγμα -
πήζει πασπαλίζοντας τον ουρανό.


14.02.010

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Εκεί

Κι έτσι έκλεισα τα βλέφαρα
σε έναν τόπο που γυροφέρνει γύρω γύρω από την ουρά του
χωρίς να καταφέρνει να την πιάσει
μέσα στο κρύο
σηκώνοντας τα μάτια ψηλά στον ουρανό
αντικρύζω τα πουλιά που το’χουν βάλει για τα ζεστά μέρη της άνοιξης
πετούν δείχνοντας τον νότο.


13.01.010

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Αύγουστος

Τα μήλα είχανε ήδη δώσει τη θέση τους στα συντριβάνια.
Οι γοργόνες του γυαλού που τραγουδούν
πλέκουν τον ίσκιο σου.
Μεγάλη ποδιά
πήχες, πήχες πετροκέρασα
κι ολάνθιστα κρίνα.


Ανασαίνουν στους σταθμούς σαν τα τρένα
που σταμάτησαν λίγο
κι αναπνέουν τον ενθουσιασμό της επόμενης στάσης
δοσμένα στο ταξίδι και στους επιβάτες.


Εάν ο κρίνος μπορούσε να μιλήσει
θα τραγούδαγε για τα τοπία που είδα
με τα ραπίσματα που εζησε, χωρίς έλεος,
από τους δειλούς εγωπαθείς.


Τα δειλινά πάλι
οργώνουν τους κάμπους τα πτερωτά ψάρια
για να βρουν λίγη τροφή
λίγο αίμα για τη θάλασσα.

Τότες ο ήλιος δεν είχε πλαγιάσει ακόμη μαζί της στα πούπουλα.
Στο πληθωρικό μου σπίτι έχει μόνο πούπουλα.


Στην αριστερή πλευρά του γινομένου πάραυτα,
έχουν μείνει λευκά ίχνη σαν κυκλάμινα,
μπλεγμένα με τις σταγόνες του,
καθρεφτίζει όποιον τα παρατηρεί.


11.02.010

Τετάρτη, 3 Φεβρουαρίου 2010

Νυχτερινό

Μαζεύτηκαν όλα τα κομμάτια μου
μέσα σε έναν πράσινο κύκλο,
γέμισε ξαφνικά,
θόλωσε
με ένα θαλάσσιο απυρόβλητο υγρό πυρ
σ’ένα φωτεινό χρώμα

εκείνο που κάνει τις σκιές να υπάρχουν
μέσα στο αμυδρό φως.



03.02.010

Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2010

Αντιπερισπασμός

Μια εκδήλωση, μια αθωότητα
ένα ερμητικά κλεισμένο μυστικό
- κι ας μην το πίστεψες

Κι αυτές οι λέξεις που ίσως σε βρίσκουν
ν’ ακούς τα λόγια μου.
Είδα κι εγώ εκείνη τη σκιά,
άκουσα εκείνους τους άτεχνους ήχους.

Κι αν ακόμη αναρωτιέσαι αν μ’ακούς
ή μάλλον καλύτερα εάν εγώ σε ακούω
τότε πάρε τις σκέψεις μου στο κήπο σου
και κάνε τες τριαντάφυλλα

μόνο κάποιες μέρες που θα είναι πρωί
και θα λούζονται στον ανοιξιάτικο ήλιο
σκέψου και μένα.

Κι εγώ θα χαμογελάω τότε.

Τώρα βαδίζω απλά,
κουνώντας το κεφάλι
σφραγίζοντας το στόμα
ρίχνοντας μόνο δολώματα
για οικειοθελώς ερωτευμένους
με τη ζωή.


Έτσι, εκεί τυχαία βάζω κάποιες λέξεις
στο χαρτί
και ναι σε ακούω.
Πάντα σε άκουγα.
Κι απλά σου μιλάω.
Ίσως ακούς.






01.02.010