Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Τ’ουρανού

Για όσα έχω να πω
δεν έσταγε μια σταγόνα
ούτε η θάλασσα
κι ούτε τα βαπόρια στάζανε
καπνό.
ιδιοτέλειες,
κοινοτυπίες.
μαζεμένες κουρτίνες πίσω απ’το φως.

έσταζαν τα μάτια σου.


28.11.2009

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Στον κύκλο του φεγγαριού

Ένα βαλς

Σε ρυθμό,

τιτλοφορώντας τη μνήμη

Κι εγώ να θυμάμαι γι αγάπη που άγγιζες λες

τα δυο σου χέρια μέσα στο κρύο

δυο χέρια και δυο παλάμες σε ένα κουρνιασμένο

πρόσωπο. Πόσα λίγα λόγια και τόσα πολλά. Και μέρες

και νύχτες με σιγανούς ψιθύρους, τινάγματα, δάκρυα

Μα δεν θέλω να σε κάνω να κλάψεις.

Και που μου μιλούσες για ουρανούς

και θάλασσες. Και «μάλιστα» και «ορίστε».

Και καλησπέρα σας. Πια μουσική και ποιος άνθρωπος

να την σφυρίξει.

Πια μουσική και ποιος άνθρωπος να τραγουδήσει.

Μια μεγαλώνει και μια μικραίνει

Σαν εκείνο το τραγούδι που δεν ξέρω πως

Και πάει και βρέχει αδερφέ μου.

Κι εγώ χορεύω.

Πάλι.







24.11.2009

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Αναπνοές

Περιγιάλι, περιγιάλι
Βλέπω πάλι τη θάλασσα

Κι έναν ωραίο ουρανό
Να κυματίζει σημαία της


Τριγυρίζει πλάι του ένας καπετάνιος.
οι γλάροι του ‘μαθαν να κολυμπά
και για τη θάλασσα
μην έχοντας μάθει όμως ποτέ πως χορεύετε ένα βαλς
κάθονταν πάντα στην άκρη της αίθουσας να καπνίζει τη πίπα του.
Με τον μεγάλο ουρανό στους ώμους του
και τους γλάρους να τον συνοδεύουν σε κάθε πτυχή του φεγγαριού.

Μόνο κάτι τραγούδια ήξερε,
τα ψιθύριζε κάποια βράδια που ένιωθε μόνος

Κοιτούσε τ’άστρα
μοναχικός και όμορφος,
απελπισμένος από την ομορφιά της νύχτας,
και τα σκυφτά μάτια των ανδρών όταν γυρνούσαν από μια νύχτα στο λιμάνι.
τον ήχο της άγκυρας.
Και που να κατέβω, σκεφτότανε.
Ένα καράβι όλη μου η ζωή.
Είναι που η θάλασσα με αγκάλιασε
και μένω εδώ.



Κι οι λέξεις;
σταγόνες που φεύγουν από τα χέρια μου σαν μικρά πουλιά
Πως μιλάς περίεργα, μου λένε.
Σαν ποτέ κανείς τους να μην έκατσε να δει πόσο όμορφα πετάει ένα χελιδόνι,
φθινόπωρο
μέσα στην πόλη.

Φορές κατεβαίνω στο λιμάνι,
προς τη φορά της θάλασσας,
μετά γυρίζω και σου διηγούμαι
πως έπεσαν τρία πορτοκάλια από τον πάγκο μπροστά στα πόδια μου
και με παρακαλούσαν.
Για το μυστικό χαμόγελο της σειρήνας στην άκρη του γιαλού.
Να σου πω για τα σκυφτά μάτια των αντρών όπως γυρίζουν μια νύχτα στο λιμάνι.
Και για τη θάλασσα.
Να τραγουδάς Χατζιδάκι και να ‘ναι Κυριακή.



22.11.09

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Αναγγελία μιας μνήμης

Προσέχεις;

Προσέχεις λίγο;

Να προσέχεις.

Τα χαλάκια στην πόρτα.
Τις σημειώσεις στο ψυγείο.
Τη βουή των άστρων.
Και τα κόκκινα μήλα στον Παράδεισο.

Το χρώμα της πόρτας
Το κυπαρίσσι στον απέναντι δρόμο,
τους φίλους του.

Λυγερά και σταθερά κυπαρίσσια.
με τα πόδια να τρίβουν τη γή που τους κρατάει.

Και να ορθώνονται μέχρι τον ήλιο.

Να προσέχεις την πόρτα,
το χρώμα της,
τη στιβαρότητά της.
Την άνεσή της με το μέλλον.
Δια χειρός.

Αν μου λες ναι,
πως προσέχεις,
και τα μάτια σου κρατάς ολόρθια
- πόσες πέρασαν ματωμένες Κυριακές -

(τότε) να προσέχεις καλέ μου.

Ένα ηλιοκαμένο κορμί επάνω στο τραπέζι
που ξεδιπλώνεις και μαζεύεις πάλι ξανά.
Μικρά κουνήματα της άνω βλεφαρίδας
Τυχαία

Μικροί αναστεναγμοί.
Μικρές στιγμές της μνήμης.
Κυλιόμενης, φορές, στο μέλλον ή στο τώρα.
Μεταφράζοντας στην ίδια γλώσσα ότι θυμάσαι πως έγινε
και ήσουνα μάρτυρας εσύ.

Να προσέχεις.
Άκου τον ήχο που κάνουν τα κρόσσια.
Ξύλινο.
Για το χαμόγελο μιας δουλτσινέας
Κι ένα όμορφο κυριακάτικο απόγευμα στη θάλασσα.
Να προσέχω μου λες;
Προσέχω.

Δεν θα άντεχα τη ζωή μου χωρίς να βλέπω ουρανό
πλάι στη θάλασσα.

Σε καμία περίπτωση.





Αν θυμάμαι καλά, έπαιζε κι ένα ακορντεόν.



17.11.2009

Δευτέρα, 9 Νοεμβρίου 2009

Πόσο φοβάμαι

Αν φτάνει δε ξέρω
τα λόγια λίγα.
Χωρίς γιρλάντες
Χωρίς αστεία
Τελείες,
χωρίς κόμματα.
ερωτηματικά.

Άηχα ερωτηματικά.
Μεσ’το λαξευμένο φεγγάρι του νοέμβρη.

Ετοιμόρροπες κατασκευές έλεγες.
Κι εγώ ακόμη έχω τα πόδια μου
και τα χέρια μου,

κι εκεί να σηκώνουν αυτά τα λίγα
τα αόρατα μάτια.


Στα μάτια μου δες.
Αντικείμενες οι εκπτώσεις του έρωτα
Δεμένες μέσα στα μάτια μου. Γι αυτό κλαίω.

Απρόοπτα, απρόσιτα, και απομακρυσμένα,
Ήταν τα γέλια.
Ήταν τα ίδια με τα λόγια
γεμάτα με άηχους πόνους,
γεμάτα σιωπή.



Σφύριζες τα βράδυα κι έκανα πως άκουγα το τραίνο.



9.11.09

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Η Επιστροφή

Στην απαγορευμένη πόλη

Κάθετε ένας ποιητής και γράφει



Σε χώρους μακρινούς

Χώρες, λένε



Πόλεις, νησιά

Και θάλασσα



Πρέπει να διασχίσεις

Και να περάσεις.



Αλώβητος από το φεγγάρι του Νοέμβρη.



Και να’σαι όρθιος.



Κι αυτό το θαύμα,

σε κάποια βιβλία έχει υπάρξει.



Σε κάποιες λέξεις μπήκε.



Σ’αυτές που έγραψε,

σ’αυτές που φυγαν απ’τα χείλι σου,

σε όσες δεν ειπώθηκαν.



Κάθεται ο ποιητής και γράφει.



«Ποιητή μου!» .




Είδα βουνά.

Είδα μέρες να σφάζονται και να πεθαίνουν.

Ελπίδες να ξεριζώνουν οι ίδιες τα σπλάχνα τους.

Σαν έν’αγρίμι μεσ’το δάσος

τα ουρλιαχτά τις νύχτες

στη βροχή,

γύρω σιωπή.

Κι ένας πόνος βαθύς.

Σαν το θρόισμα των φύλλων ενός δέντρου.



«Ποιητή!»

«Ε, Ποιητή»




Μετά πέρασα τις λίμνες.

Σαν ένα βαθύ σημάδι στον ουρανό της μνήμης μου.

Αστράφτει μερικές φορές στον ήλιο. Μα, είναι μόνο

κάποιες λεπτομέρειες που λάμπουν στο φως.



Είδα λιακάδες πρωινές, που γιάτρεψαν τις πληγές μου

Πέρασα ποτάμια.

Κυλαριστά ρυάκια να γίνονται, να χάνονται

κι έπειτα να παχαίνουν και να ρέουν σαν ένα,

εμπρός ολοταχώς στη θάλασσα.



Εκεί σταμάτησα λίγο.

το καθαρό το νερό, ευχαρίστησα.

και ήπια απ΄τη πηγή.



Το ποτάμι που φτάνει στις εκβολές και αφήνεται,

Το χαμόγελο του αρουραίου στο χωράφι

Και πάλι βουνά.



Βουνά ολόκληρα με μεθυσμένες τις καμπύλες τους στον ήλιο,

Και αν το καλοσκεφτώ, θα θυμηθώ και μιαν άνοιξη.

Γεμάτη παπαρούνες στις άκρες του δρόμου.



«Ποιητή μου»


Χειμωνιάζει και το φεγγάρι είναι ολόκληρο σαν χώρα.

Σφίγγομαι.

Κι έχω μείνει έτσι σφιγμένη στην άκρη του δρόμου,

με ένα ματσάκι γαρύφαλλα στα χέρια.

σε ένα σημείο που δεν ξέρω,

με μια μεγάλη επιμονή,

χωρίς να θυμάμαι ούτε το πώς,

ούτε γιατί.



κι έξω βρέχει και φυσάει ποιητή μου.

Έναστρος ο ουρανός

κι εγώ δεν έχω να φάω

και δεν έχω να πιω.

Τι άγριος κόσμος ποιητή μου.



Και που χώρα για καρδούλα ποιητή μου,

που χώρος για ψυχή.



Και ένα αχ, της δύναμης που είναι η ζωή

Μιαν αγάπη.

Και μιαν ελπίδα.



Και προπάντως, προπάντως….

Μια μικρήν ευχούλα,

Και μιαν μεγάλην ανάσα, που ξαφνικά

χωρίς να ‘ξερες,

χωρίς να ξέρεις,

κι ούτε πως έμαθες,

στ’αλήθεια ποτέ.

Μπορεί και να ισώσεις το βλέμμα

Και να χαθείς σαν ένα φθινοπωρινό απόγευμα

Που ψιθυρίζει πως έρχεται χειμώνας.