Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Απαίτηση

Είναι μια κίνηση του χεριού και ένα σιωπηλό, ξεκάθαρο βλέμμα
Αν δεν ήσουν εσύ, θα έλεγα ότι είναι απότομο.
Αλλά δεν είναι.

Ξεδιπλώνομαι σαν φωτιά που ζητάει τροφή.

έχω ήδη σκοντάψει,
έχω ήδη χτυπήσει, πονέσει
είναι οι πληγές μου ακόμη νωπές
και στάζουν.

Ξεδιπλώνομαι σαν τέτοια φωτιά.
Κι είναι οι φλόγες της πάλι που ψάχνουν να βρουν τη νύχτα,
τον ουρανό της.

Φωτιά,
κι ένα κορμί που επέζησε
νωχελικά απαντά στο χτύπημα των χεριών σου,
επειδή είσαι εσύ.

Επειδή είσαι εσύ, γλυκά υποτάσσεται.

Ένα σώμα που ξέρει μόνο να αφιερώνεται
Ένα σώμα που είναι γεμάτο πληγές και αίματα,
με γδαρμένους τους αγκώνες και πόνο στα γόνατα.

Προχθές, να,
μου φίλησες τον ώμο κι ανακουφίστηκα.
‘Άγγιξες την πλάτη μου κι ανάσανα.
Και αναπνέω.

Τσακισμένο από την κούραση κορμί,
μα έστρωσες φώτα και δυόσμο και ξεκουράστηκα
Και δεν είχα κλειδί
και μου ‘δώσες το κλειδί σου.
Κι άνοιξε η πόρτα.

Μαγειρεύω στις αισθήσεις του αιώνα,
με μπαχάρια,
με κανέλα,
και μέλι.


Η απόλυτη κίνηση του χεριού.
Η ακρίβεια της πρόσκλησής σου.
Η γοητεία των ήχων της έντασής σου.
Ο καθαρός, σίγουρος τόνος της φωνής σου.





20.12.2009

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2009

Tα δάκρυα

Κλαίνε τα δέντρα
Αυτά που αγγίζουν παθιασμένα το χιόνι
Φυσάει κι ένας αέρας.
Σφίγγουν τα μάτια τους και κλαίνε
Με τους παλμούς της ζωής που κυλάνε μέσα τους
κρατώντας τη ζέστη απ’το χιόνι
κρατιούνται όρθια
και στον άνεμο και στο χιόνι.
Στάζουν δάκρυα.
Που χάνεται η αγιοσύνη μαρτυρούν,
κι όταν χάνεται κι η αγάπη
αντικρίζουν τα ξεραμένα φύλλα
που έχουν χαθεί.
Κλαίνε γι αυτά.



19.12.2009

Παρασκευή, 11 Δεκεμβρίου 2009

Η νύχτα

Πάντοτε ήθελα να γράψω κάτι για τη νύχτα
Για τη νύχτα
κι όσο ξημερώνει να χαμογελά κι ακόμη πιο πολύ
η νύχτα.

Η νύχτα.
ότι μας κοιμίζει και ότι

κι αυτή
και μας προστατεύει

που υπάρχει κι έτσι είναι και το πρωί και χαίρεται
που υπάρχει
αυτή η νύχτα.

Η νύχτα η όμορφη.
Η νύχτα η ολόκληρη.
Η ολόγιομη από φως.
Γεμάτη καρπούς και όνειρα,
και παραισθήσεις ζωής.
Κι εκείνα τα χρόνια.
Κι εκείνες οι νύχτες.
Εκείνη κι η νύχτα..
Και μετά,
μηδέν.



11.12.2009

Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2009

Τιμής ένεκεν

Στο κο Σαραντάρη

Και πως θα ζήσουμε λοιπόν χωρίς τα πέλαγα.

Γιατί για τους βαρβάρους
τους αφήσαμε πλάι σε ένα λιμανάκι.
πίνανε μπουκάλια τσίπουρο και τραγουδούσανε
τους άκουγα από μακριά όσο απομακρυνόμουνα
περπατώντας στ’ακρογυάλι.

Κι η θάλασσα στ’αριστερά μου κι εγώ να σκουντουφλάω βότσαλα.
Στη μέση του δρόμου, ο ήλιος ακόμη έλαμπε λίγο,
σε είδα να με περιμένεις,
προχωρώ με βήμα ταχύ για να σε συναντήσω.

Κι έτρεξες κι εσύ σε μένα.


10.12.09

Κυριακή, 6 Δεκεμβρίου 2009

Μαρτυρίες

Για το χρόνο που κυλάει
κι αυτούς που τον μετράνε.

Για τους δρόμους που στολίζονται με ιδέες
και όσους μάθαν να τους περπατάνε.

Για την αγάπη μου που χάνεται
στα μπράτσα των φοβισμένων αγοριών
που νιώθουν άντρες.

T’αμούστακα παιδιά
που πιάστηκαν στο παιχνίδι,
μια για τη γάτα και μια στη φάκα.

Γιατί σου είπα να προσέχεις
και με άκουσες.

Για τ’αγγελούδια που μου πιάνουν το χέρι
κάθε που φοβάμαι

για εκείνες τις λέξεις μέσα απ’τις δυο ανάσες
εισπνοή,
εκπνοή.

για μιαν ανάγκη,

όχι για εξέγερση και αίμα,
ούτε για πόλεμο ή φτώχια,
πόνο ή θάνατο.


Μα μια μικρή κατάθεση υπεράσπισης
στη δίκη των λέξεων.


7.12.2009

Δρόμοι

Για όλα τα περασμένα, έχουν γίνει δηλώσεις
πως κατηφόρισαν τώρα μονάχα
σε έναν παράδρομο
και περιμένουν
μια να περάσει η πορεία ή να περάσει η μπάντα.

Κι αν βγαίνανε στους δρόμους με τα χεριά ανοιχτά και χαμόγελα;
Θα χειροκροτούσα κι εγώ
Θα χαμογελούσα κι εγώ
Κι όλοι. Θα χαμογελούσαμε.

Μια Κυριακή πρωί και ένα όμορφο δειλινό επάνω από τη θάλασσα.
Ένα δειλό ταίριασμα των δακτύλων.
Μια όμορφη συνοικία στον ουρανό.
Ένα νέο αγόρι, αξύριστο από το περπάτημα των ημερών επάνω του.
Ένα ζεστό χαμομήλι που το φυσάς απαλά να κρυώσει.
Κάποιοι άνθρωποι που ορίζοντα έχουν τα όμορφα πράγματα και ψάχνουν
και κοιτάζουν στον ήλιο.


6.12.2009