Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Το βράδυ που έσπασα τον καθρέφτη

Ονειρευτήκαμε τον θάνατο.
’Εναν θάνατο απάνθρωπα γλυκό,
Νύχτες και νύχτες.
Ονειρευτήκαμε λευκές και μαύρες σκιές να τριγυρνούν στο δικό μας το σπίτι σαν ξένες
Φεγγαρόφωτες οπτασίες σαν ποδοσφαιρική φανέλα στο πλήθος.
Λούστηκε με φως,

Τα λόγια ήταν κλεισμένα σ’ένα μεγάλο πηγάδι που καθρέφτιζε όποιον το κοιτούσε.
Μάταια ο κουβάς προσπαθούσε από άκριτη καλοσύνη να συμμαζευτεί.

Δεν ζήτησε κανείς νερό, - μόνο αγάπη;
όλοι ζητούσαν να δουν τον πάτο του πηγαδιού,
κι όλοι μαζί, σιωπηλά,
τάχατες πως μόνο αυτοί εγνώριζαν το μεγάλο μυστικό,
να το κρατούν με νύχια και με δόντια,
πόσο γελάστηκαν, μάταια.

Δεν ανταπόδωσα παρά ένα στεφάνι από γέλια, χωρίς λέξεις,
Σιωπή.
Μαζεύτηκα σε μια γωνιά, κόκκινα ματωμένα πέλματα,
πληγές που ανοίγουν κάθε ξημέρωμα σε κάθε σιωπηλού αργοναύτη τα βήματα,

Κι άν είναι στη θάλασσα
γιατρεύεται τότες η θάλασσα,
κι αν ζεις στα πέλαγα γιατρεύεσαι κι εσύ,

Στο απέναντι σπίτι οι κουρτίνες έκλεισαν πάλι,
Ο έρωτας απαιτεί σώματα δύο, κι οι άλλοι απ’έξω,

Ανθρώπινη ευτυχία,
ανθρώπινος θάνατος,
-ζωή;

Τα πουλιά που κελαηδούν σαν ξημερώνει, κι οι προσευχές,
Οι κύκνοι που συζητούν με τα τριζόνια, Το φεγγαράκι χάρτινο,
μέρες και μέρες
Στον ουρανό.



Βρυξέλλες, 4.07.011

Δεν υπάρχουν σχόλια: