Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Τη νύχτα οι τόποι

Όταν νυχτώνει,
οι τόποι όλοι μοιάζουν πολύ.
και χώμα που πατώ,
μετανάστης του κόσμου ετούτου,
πάντα ξένος,
το βράδυ που θα κοιμηθώ
-δε το ξεχνώ, θυμάμαι-

Που έσβησα μια νύχτα με γεμάτο φεγγάρι,
Σε μια θάλασσα που αγάπησε το ατέλειωτο χάδι
Του μυαλού, και γλυκά που ακούμπησε στο σώμα.
Μαγγανοπήγαδο του νου, και η δροσιά του, ξεκούραση.

Όταν νυχτώνει ζυγοσταλάζουν τα χαράματα,
Και είναι μόνο τότες που αντέχω τη σιωπή,
και το τραγούδι της γης.

Οι τόποι διαδέχονται ο ένας τον άλλο.

Πλημμύρες είδαμε πολλές.
Και κεραυνούς, και αστραπές,
Η θάλασσα που ενώνει το θέατρο του νου,
και στη σκηνή μας ξεσηκώνει, στο χώμα που πατώ
τη νύχτα μεριμνώ τα κλειστά στόματα, που δυσκολεύονται να μπουν στο φως της μέρας.


Η σιγή τους πόσο με πονά. Φτηνές παρενθέσεις γι ανίκανες συνθέσεις σωμάτων δύο.
Όλες εκείνες οι νύχτες, χαμένες. Κι οι τόποι όλοι.
Στο χώμα πετώ και πλέω, δεν το ξεχνώ, θυμάμαι,
Τις πρώτες στιγμές της γέννησης – ένα λουλούδι,
Ένα κύτταρο ζωής. Η αγάπη.


Μα πάντα πλαγιάζω ξένος, ακούραστα εραστής του ονείρου
και των ψίθυρων της νύχτας, εραστής του απείρου,
σωμάτων δύο, τη νύχτα σαν τόποι που γνωρίζονται, δυο άνθρωποι ξένοι.


18.12.010

1 σχόλιο:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Έχω την αίσθηση, Σταυρούλα, πως όσο περνά ο καιρός ωριμάζεις, δυναμώνεις το στίχο σου, βελτιώνεις την επιλογή των λέξεών σου.

Ζηλεύω...