Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

Ο φόβος

Να τριγυρνάς με σύνεση στον δρόμο, να ‘ρχεται στη μνήμη σου τυχαία τι μέρα είναι και τι χρονιά. Με λέξεις που σου δώσανε, και τώρα που κατάλαβες χαμογελάς. Τι δίνεις; Το φανάρι κόκκινο και σταματάς, ακούς τον ήχο της πόλης, ακούς τις συζητήσεις. Φόβο.

Πιάνεις πάλι τις τσάντες σου. Μια που είναι πάντα εκεί, μια άλλη που σου δώσανε να κουβαλάς, και περπατάς. Να γυρίσεις στο σπίτι, να φροντίσεις τον κήπο, μπορεί να δώσεις κάτι λίγο πριν να περάσεις πρέπει τα παπούτσια στον τσαγκάρη, πριν έρθει ο νοικοκύρης, να ξεσκονίσεις τα παπλώματα, να σταματήσεις στη στάση να κοιτάξεις την ώρα, να πάρεις τα παπούτσια απ’τον τσαγκάρη. Φόβος.

Σταματάς, όχι δεν σταματάς. Μια ανάσα περιττή, μια ανάσα αναστάσιμη, ένας μικρός φόβος που ξενύχτησε στ’ακρογυάλι και κρύωσε, ένα σώμα ριζωμένο στον ουρανό, μια, και μια στο φεγγάρι.
Φωτιά και σπίθες και ψάχνεις βροχή να τις σβήσεις. Κι αργοπορείς έτσι χωρίς ομπρέλα στη βροχή. Σαν φουντώνει, σαν φουντώνει το κερί, σαν πάει να σβήσει. Φόβος.
‘Ουθε Θάνατε,
που σε είδα που σε ξέρω, δεν σε κατέχω
σε γνώρισα,
επέζησα.

Σταυρώνομαι στον φόβο ήδη πριν,
για να μην με νικήσει. Έτσι και στον θάνατο,
έτσι και ο έρωτας
στα τέσσερα του ορίζοντα σημεία, σε όποιο στοιχείο,
ομιλεί.

Περπατώ, με τα κορδόνια λυμένα αφού δεν κάθονται μαζί, δεν θα πέφτω. Ένα νόμισμα που έχω στην τσέπη μου κι ένα ποτό που τόσο κάνει. Αυτό παίρνω. Πίνω τη θάλασσα όπως με πίνει κι αυτή. Δεν υπάρχει λόγος, δεν υπάρχει θυσία, η αρμονία αντηχεί, όχι από τα όνειρα, μα απ’τις αργές κινήσεις της ψυχής, παπ, παπ, παπ, παφφ,…κάνει.

Γέλασα είπες μιλάω, γέλασα, γέλασα, γέλαγα.
Με το κόκκινο κραγιόν και το μαύρο μου σακάκι περπατώ για το θάνατο μιλώ.
Ο φόβος αναστέλλεται διαπαντός για να γίνει λάφυρο της συγκίνησης. ζωή.
Λαίμαργος ο φόβος. Μας κατατρέχει σαν το μνήμα, αίρεση, αίρεση, πως τολμάς !
Κατηφορίζω, προχωρώ, αναιρώ, αμφισβητώ, ανακαλύπτω, με περπατάνε και με πάνε, αναζητώ,

Το λευκό χαρτί, μια πικρή στυφή μονάδα επιβίωσης σε έναν χρόνο που στηρίζεται σε μια πέτρα, σκληρή, κόκκινη, παρθένα κι αδυσώπητη. Μια σιωπή που ορίζει χίλιες λέξεις. Ένα τεντωμένο νήμα που τραβάς κι ας σου λένε, μη, μη, μη, φτάνει πια, κι εσύ τραβάς, και έχει ακόμη, και τραβάς πάλι, και πάλι έχει, κι έχεις ιδρώσει τι θα γίνει, τι είναι αυτό.
Απελπισμένος κάποια στιγμή,
παφ !

Στην άκρη του σχοινιού υπήρχε μια γλώσσα, και κάτω απ’τη γλώσσα, υπήρχε ένας τύραννος ψεύτης ουρανός ατιμώρητος. Φόβος. Βρίθει η βροχή.

Νερό, νερό, νερό, να σβήσω τούτη τη φλόγα, την πακετάρισα στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου πίσω από τα μήλα έβαλα και τα κεριά, ταξιθέτησα την πυγμή, οριοθέτησα μια νέα λέξη: φόβος. Του έδωσα μνήμη και όραση, κάθε μελλοντικό θραύσμα έρχεται στα πράγματα μας με έναν δικό του προσωπικό ρυθμό,
τι κοιτάς,
φόβος. Τι δίνεις τι έδωσες τι θέλεις, ο φόβος έχει για όλα μια λύση, έχω να σου φέρω πολύ. Λέξεις, στίχους, μια μελωδία άκου,

Αν θυμάσαι τη μελωδία, δεν ήταν πόνος, ήταν το κάψιμο των φτερών του Ικάρου, κι η ανάσα στο πέλαγο,
θάλαττα, θάλαττα, αναφώνησα, θυμήθηκα, παραπάτησα.

Ήταν ήδη αργά, είχε βραδυάσει σ’εκείνον τον κήπο κι ο δρόμος γεμάτος σημεία και φωτεινούς σηματοδότες έλεγε «Μπροστά, μπροστά, μη σταματάς» Λίγες σταγόνες στο σακάκι μου τρέχουν κι έχω κρατήσει έν’ αγκίστρι χωρίς δόλωμα,
σαν ψάρι περπατώ στον ουρανό, εκεί που έχω ριζώσει εκεί, που έχω μεστώσει, σαν πληρωμένου έρωτα ανεμώνα.

Τ’αγκάθια και οι έρωτες είναι όμορφα λουλούδια του κήπου κι έτσι τα νοεί κανείς. Με κόκκινα σπαράγματα ανθισμένα, εκεί να βρεις την παπαρούνα, κι ας φοβήθηκε την ξαφνική βροχή. Η παπαρούνα έχει γραμμένη μέσα της μια ορμή πρωτόγονη και τραγουδάει. Μια σε μένα και μια στον ουρανό,
εναλλάσσει τα μάρμαρα με τα κλώνια, κι αγαπά να λύνεται με κίτρινη θηλιά.
Βρέχει. Πόσα πέταλα μένουν άραγε μετά τη βροχή. Φόβος.

Ο τίτλος που θα δώσεις στη γαλήνη δεν έχει και πολύ σημασία, για να είμαστε ειλικρινείς, Ο φόβος, ο φόβος έχει σημασία.
Καμία φωνή, τι λέτε τώρα; Στον φόνο δεν υπάρχει νικημένος.
Υπάρχουν μόνο νικητές. Συγκρατημένες κραυγές.
Ο φόβος κάνει πολλά. Κυρίως ο πεθαμένος δεν μπορεί να μιλήσει πια. Τι να ψιθυρίσει ο καημένος. Πέθανε.. στ αλήθεια; Πέθανε; Δεν ξέρω έχει τα μάτια του κλειστά μάλλον πέθανε σκέφτομαι,

οι φωνές μάζεψαν τη γειτονιά, κατέβηκε ο τσαγκάρης να δει τι τρέχει,
πέθανε άνθρωπος στην πλατεία.
τον είδε ο μπαρμπέρης τρέχοντας πήγε κι αυτός να ίδει τι γίνεται.

Σαματάς, σαματάς πολύς, πολύ φασαρία, φεύγω, χαιρετώ απότομα, κι ανηφορίζω πάλι, στο χέρι μου είναι δεμένες οι άκρες των παπουτσιών και σφίγγω τη σακούλα μου με πείσμα. Εδώ σ’ έχω κατεργάρη, ε, φόβε, σε σφίγγω σε πατάω, σε τινάζω, σε προσέχω, σε ποτίζω, φωτιά, φωτιά, ….σβήσε φωτιά.
Βρέχει στην πόλη.


Με καλεί η μούσα κι εγώ της μουτρώνω και κάνω δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, δεν σε ξέρω, και που να σε βρώ, δεν σε βλέπω, δε σε δέρνει τρικυμία. Φωτιά. Κι φόβος που πλέον έχει κάνει αντικλείδι και μπαίνει, δεν σου χτυπάει καν την πόρτα. Σιδερένια η πόρτα, σιδερένια κι εσύ, σαν την πόρτα, Πόρτα και παράθυρα κόκκινα ένα σπίτι που εδρεύει στο πρώτο χρέος, στο σημείο επαφής, αγκαλιάζει το δεύτερο κι ερωτεύεται. Κι ο φόβος στ’ αλήθεια μπορεί τα πάντα.

Να πατήσεις στην ανάγκη στον καθρέφτη ανύπαρκτες ουλές της μάχης. δεν φαίνονται.

Χτυπάς με λεπτότητα και χάρη μοναδική στον φόβο,
κοιμάσαι ανάλαφρα κι όσο να ζυγώνει να σου μιλήσει εσύ δεν τον επαρατάς. Τον έχεις κάνει ένα στυφό μαργαριτάρι συνώνυμο με όσα γύρεψες και τον λατρεύεις. Περπατάς σφυρίζοντας διαγράφοντας στον ουρανό όποια λαίλαπα μπορεί να τον καταστρέψει, <ΦΟΒΟΣ> <Πάρα πολύ φόβος> Τι τάχατες σε φόβισε τόσο πολύ. Γέλαγα,

για τον θάνατο μιλάω, αν δεν πεθάνεις μια, πώς να τον καταλάβεις,
ου Θάνατε, που γυρνάς και τριγυρίζεις, ξέρω με καρτεράς, δεν ξέρω καν τι είσαι
ξέρω όμως τον φόβο, αυτόν τον ξέρω,
τρώγω ζωντανή.

Ξέρω τον έρωτα, το άνθος την άνοιξη και το φθινόπωρο του,
Ξέρω το στιλπνό φεγγάρι του νοέμβρη. Γνώρισα τον θάνατο,
Φοβάμαι. Ποιες λέξεις έχουν τόσο στοιχειώσει το σώμα μου και τριγυρίζουν σαν γαϊτανάκι, μια ανεμελιά που λέγεται πως πέταξε με παπλώματα ανθών, κι έφτασε. Φόβος. Πέθανα μια και ξέρω. Αναστήθηκα και δεν το ξανακάνω. Μια στον ουρανό και μια στα σύννεφα, βροχερή μέρα, στην άκρη του παραθύρου μου έχει ήλιο, είναι μια όμορφη μέρα, είναι μια όμορφη μέρα για να σπάσει κανείς μια μεγάλη σιδερένια γέφυρα σ’ένα μάτσο παλιοσίδερα. Κόλαση.

Ο φόβος τα έκανε όλα αυτά; Μη διστάζεις ν’απαντήσεις, ναι. Τρομάζεις μόνο όταν σε βλέπει πρώτη φορά όχι όταν έχει τα αντικλείδια. Μπαίνει μόνος του. Δε σε ρώτα. Ξέρει πριν από σένα για σένα.

Γι αυτό επιθυμώ να μιλώ μόνο με ανθρώπους τυφλούς, που δεν ακούνε,
Που με το φανάρι αναμμένο
βλέπουν τον έρωτα, τα δάκτυλα, την ψυχή, το άγγιγμά, σ’ένα λουλούδι που ανθί-ζει.

Δεν υπάρχουν σχόλια: