Κυριακή, 3 Αυγούστου 2014

Ο φόβος



Να τριγυρνάς με σύνεση στον δρόμο, ν ’ανακαλείς μια σκέψη σου τυχαία, τι μέρα είναι και τι χρονιά. Λέξεις που σου δώσανε, και τώρα που κατάλαβες χαμογελάς. Τι δίνεις; Το φανάρι κόκκινο και σταματάς, ακούς; « o ήχος της πόλης » ακούς τις συζητήσεις των περαστικών. Φόβος.

Πιάνεις πάλι τις τσάντες σου. Μια που είναι πάντα εκεί, μια άλλη που σου δώσανε να κουβαλάς, και περπατάς. Να γυρίσεις στο σπίτι, να φροντίσεις τον κήπο. Ν ’αφήσεις τα παπούτσια στον τσαγκάρη, να ξεσκονίσεις τα παπλώματα πριν έρθει ο νοικοκύρης, να πεταχτείς στη στάση να κοιτάξεις την ώρα, να πάρεις τα παπούτσια απ’τον τσαγκάρη. Φόβος.

Σταματάς, όχι πως περπατάς. Μια ανάσα αναστάσιμη, ένας μικρός φόβος που ξενύχτησε στ’ακρογυάλι και κρύωσε, ένα σώμα ριζωμένο στον ουρανό, μια, και μια στο φεγγάρι. Φωτιά σπίθες σώμα να ψάχνεις βροχή να τη σβήσεις. Αργοπορείς χωρίς ομπρέλα, χωρίς βροχή. Φουντώνει το κερί μα πάει να σβήσει. Φόβος.

Σταυρώνεσαι έτσι στον φόβο ήδη πριν, για να μην σε νικήσει. Έτσι στον θάνατο. Έτσι και στον έρωτα. Εκείνος επιθυμεί κι εσύ πίνεις τη θάλασσα όπως σε πίνει κι αυτή κι ας καρτερεί με τις πλατιές κινήσεις των χεριών της. Παπ, παπ, παπ, παφφ,…κάνει.

Γέλασα, είπες μιλώ αδιάφορα. Για το θάνατο; Ο φόβος τότε αναστέλλεται δια παντός. Αποκαθίσταται η μνήμη σαν βρεγμένη συγκίνηση. Παπ, παπ, παπ, παφφ,… κάνει. Λαίμαργος ο φόβος. Μας κατατρέχει μες το μνήμα λάφυρο - αίρεση, αίρεση, πως τολμάς ! Κατηφορίζω, προχωρώ, αναιρώ, αμφισβητώ, αδιαφορώ. Με περπατάς και πάμε.

Το λευκό χαρτί πέτρα, σκληρή, κόκκινη, παρθένα, τεντωμένη κι αδυσώπητη. Μια σιωπή λέξεις. Ένα τεντωμένο νήμα που τραβάς κι ας σου λένε, « μη, μη, μη, φτάνει πια, » κι εσύ τραβάς, και έχει ακόμη, και τραβάς πάλι, και πάλι έχει, κι έχεις ιδρώσει τι θα γίνει, τι είναι αυτό. Απελπισμένος κάποια στιγμή, παφ ! Στην άκρη του σχοινιού υπήρχε μια γλώσσα, και κάτω απ’τη γλώσσα, ένας τύραννος ψεύτης ουρανός ατιμώρητος γεμάτος βροχή. Νερό, νερό, νερό, να σβήσω τη φλόγα στο δωμάτιο του πρώτου ορόφου.

Ήταν ήδη αργά, είχε βραδυάσει σ’εκείνον τον κήπο κι ο δρόμος γεμάτος σημεία και φωτεινούς σηματοδότες μου έλεγε «Μπροστά, μπροστά, μη σταματάς». Είσαι έν’ αγκίστρι χωρίς δόλωμα. Είμαι ένα ψάρι και περπατώ στον ουρανό εκεί που έχω ριζώσει, που έχω μεστώσει, εκεί που έχεις ματώσει.

Τ’αγκάθια και οι έρωτες είναι όμορφα λουλούδια του κήπου κι έτσι να τα νοεί κανείς. Η παπαρούνα λόγου χάρη έχει γραμμένη μέσα της μια ορμή πρωτόγονη και τραγουδάει, εναλλάσσει τα μάρμαρα με τα κλώνια, κι αγαπά να λύνεται με κίτρινη θηλιά. Με σπαράγματα ανθίσματα θα βρεις την παπαρούνα κι ας φοβήθηκε την ξαφνική βροχή. Πόσα πέταλα μετά τη βροχή; Η απάντηση δεν έχει και πολύ σημασία. Ο φόβος, ο φόβος έχει σημασία.

Καμία φωνή. Μα, τι λέτε τώρα; Στον φόνο δεν υπάρχει νικημένος. Υπάρχουν μόνο νικητές και συγκρατημένες κραυγές. Ο φόβος κάνει πολλά. Κυρίως ο πεθαμένος δεν μπορεί να μιλήσει πια. Τι να ψιθυρίσει ο καημένος. Πέθανε.. στ’αλήθεια; Πέθανε; Δεν ξέρω, έχει τα μάτια του κλειστά, μάλλον πέθανε.

Οι φωνές μάζεψαν τη γειτονιά, κατέβηκε ο τσαγκάρης να δει τι τρέχει, « πέθανε άνθρωπος στην πλατεία », το άκουσε ο μπαρμπέρης τρέχοντας πήγε κι αυτός να δει τι γίνεται. Σταματάς, σαματάς πολύς, φασαρία πολύ, χαιρετώ απότομα κι ανηφορίζω πάλι, σφίγγω στο χέρι μου τη σακούλα με πείσμα. Ψίθυροι.

Επ, εδώ σ’ έχω κατεργάρη, ε, φόβε, σε σφίγγω σε πατάω, σε τινάζω, σε προσέχω, σε ποτίζω, φωνάζεις « φωτιά, φωτιά, σβήσε φωτιά ». Σώμα μου οι βρεγμένες πόλεις, φταίει ο φόβος. Σε καλεί η μούσα κι εσύ της μουτρώνεις και κάνεις δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, δεν σε ξέρω, που να σε βρώ, δεν σε βλέπω, δε σε δέρνει καμία τρικυμία. Φωτιά.

Ο φόβος έχει κάνει αντικλείδι και μπαίνει. Δεν χτυπάει καν την πόρτα, ξεκλειδώνει τη σιδερένια πόρτα στο σπίτι που κατοικοεδρεύει. Αγκαλιάζει το δεύτερο σημείο επαφής κι ανασταίνεται.

Χτυπάς με λεπτότητα και χάρη μοναδική στον φόβο, οι ουλές δεν φαίνονται, κοιμάσαι ανάλαφρα κι όσο κι αν θέλει να σε κοιμήσει εσύ δεν τα παρατάς. Τον έχεις κάνει μαργαριτάρι και τον φοράς. Περπατάς σφυρίζοντας, συνεχίζεις, στον ουρανό διαγράφεται « ένας έρωτας μπορεί να καταστρέψει τα πάντα».

Για τον θάνατο μιλώ, μα αν δεν πεθάνεις μια, πώς να τον καταλάβεις; Φοβάσαι. Οι λέξεις έχουν στοιχειώσει το σώμα σου σαν γαϊτανάκι. Φόβος


<ΦΟΒΟΣ> <Πάρα πολύ φόβος> .


Δεν σ΄ αγνοώ σε ξέρω. Ξέρω το άνθος σου, την άνοιξη και το φθινόπωρο σου, γνώρισα το στιλπνό φεγγάρι του νοέμβρη.

Αναστήθηκα μια όμορφη μέρα μα δεν το ξανακάνω, πώς να σου πω. Στον ουρανό και στα σύννεφα με πέταξες μια ολόκληρη μέρα. Μια όμορφη μέρα αρκεί για να μετατρέψει κανείς μια σιδερένια γέφυρα σ’ένα μάτσο παλιοσίδερα. Κόλαση.


« Ο φόβος τα έκανε όλα αυτά; » Μη διστάζεις ν’απαντήσεις, ναι. Τρομάζεις μόνο όταν σε βλέπει πρώτη φορά, όχι όταν έχει τα αντικλείδια και μπαίνει. Ξέρει και μπαίνει μόνος του δε σε ρώτα. Ξέρει πριν από σένα για σένα. Μια μεγάλη σιδερένια γέφυρα που ψάχνω να συνθέσω, ένα κορμί που τριγυρνά με σύνεση στο δρόμο, μια ατέλειωτη βροχή, έσβησ’η φωτιά κι ένα λουλούδι παλεύει, αν ζει.


Κάθε μελλοντικό θραύσμα έρχεται στα πράγματα με έναν δικό του προσωπικό τρόπο. Τι κοιτάς; Το δίνεις, το πλήρωσες, το θέλεις; Οριοθέτησα τη νέα σου λέξη: φόβος. Της έδωσα μνήμη. Ο φόβος έχει για όλα μια λύση, έχω να σου φέρω μπόλικο. ‘Ακου τις συζητήσεις των περαστικών. Ο φόβος μπορεί και σου δίνει τα πάντα αν πατήσεις στην ανάγκη του.





Bρυξέλλες, απρίλιος 2011, “Σπουδή στα άνθη”

Δεν υπάρχουν σχόλια: