Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

Η Επιστροφή

Στην απαγορευμένη πόλη

Κάθετε ένας ποιητής και γράφει



Σε χώρους μακρινούς

Χώρες, λένε



Πόλεις, νησιά

Και θάλασσα



Πρέπει να διασχίσεις

Και να περάσεις.



Αλώβητος από το φεγγάρι του Νοέμβρη.



Και να’σαι όρθιος.



Κι αυτό το θαύμα,

σε κάποια βιβλία έχει υπάρξει.



Σε κάποιες λέξεις μπήκε.



Σ’αυτές που έγραψε,

σ’αυτές που φυγαν απ’τα χείλι σου,

σε όσες δεν ειπώθηκαν.



Κάθεται ο ποιητής και γράφει.



«Ποιητή μου!» .




Είδα βουνά.

Είδα μέρες να σφάζονται και να πεθαίνουν.

Ελπίδες να ξεριζώνουν οι ίδιες τα σπλάχνα τους.

Σαν έν’αγρίμι μεσ’το δάσος

τα ουρλιαχτά τις νύχτες

στη βροχή,

γύρω σιωπή.

Κι ένας πόνος βαθύς.

Σαν το θρόισμα των φύλλων ενός δέντρου.



«Ποιητή!»

«Ε, Ποιητή»




Μετά πέρασα τις λίμνες.

Σαν ένα βαθύ σημάδι στον ουρανό της μνήμης μου.

Αστράφτει μερικές φορές στον ήλιο. Μα, είναι μόνο

κάποιες λεπτομέρειες που λάμπουν στο φως.



Είδα λιακάδες πρωινές, που γιάτρεψαν τις πληγές μου

Πέρασα ποτάμια.

Κυλαριστά ρυάκια να γίνονται, να χάνονται

κι έπειτα να παχαίνουν και να ρέουν σαν ένα,

εμπρός ολοταχώς στη θάλασσα.



Εκεί σταμάτησα λίγο.

το καθαρό το νερό, ευχαρίστησα.

και ήπια απ΄τη πηγή.



Το ποτάμι που φτάνει στις εκβολές και αφήνεται,

Το χαμόγελο του αρουραίου στο χωράφι

Και πάλι βουνά.



Βουνά ολόκληρα με μεθυσμένες τις καμπύλες τους στον ήλιο,

Και αν το καλοσκεφτώ, θα θυμηθώ και μιαν άνοιξη.

Γεμάτη παπαρούνες στις άκρες του δρόμου.



«Ποιητή μου»


Χειμωνιάζει και το φεγγάρι είναι ολόκληρο σαν χώρα.

Σφίγγομαι.

Κι έχω μείνει έτσι σφιγμένη στην άκρη του δρόμου,

με ένα ματσάκι γαρύφαλλα στα χέρια.

σε ένα σημείο που δεν ξέρω,

με μια μεγάλη επιμονή,

χωρίς να θυμάμαι ούτε το πώς,

ούτε γιατί.



κι έξω βρέχει και φυσάει ποιητή μου.

Έναστρος ο ουρανός

κι εγώ δεν έχω να φάω

και δεν έχω να πιω.

Τι άγριος κόσμος ποιητή μου.



Και που χώρα για καρδούλα ποιητή μου,

που χώρος για ψυχή.



Και ένα αχ, της δύναμης που είναι η ζωή

Μιαν αγάπη.

Και μιαν ελπίδα.



Και προπάντως, προπάντως….

Μια μικρήν ευχούλα,

Και μιαν μεγάλην ανάσα, που ξαφνικά

χωρίς να ‘ξερες,

χωρίς να ξέρεις,

κι ούτε πως έμαθες,

στ’αλήθεια ποτέ.

Μπορεί και να ισώσεις το βλέμμα

Και να χαθείς σαν ένα φθινοπωρινό απόγευμα

Που ψιθυρίζει πως έρχεται χειμώνας.

Δεν υπάρχουν σχόλια: