Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

σαράντα περπάτησα ουρανούς

σαράντα περπάτησα ουρανούς
όρθια στο ίδιο σημείο
από εκεί είπα ο ήλιος
ή από αλλού
εκεί που τελειώνει το φως

δεν με ρώτησαν με κοίταξαν και χαμογέλασαν ο άντρας με το μπλε πουκάμισο
κι ο άλλος με το κόκκινο παντελόνι του

κι άρχισε τότε ένα βουητό και σηκώθηκε εκείνη σαν κεφάλι μέδουσας
πρώτα φοβήθηκα
όπως φοβάται κανείς στο προθάλαμο των πρώτων βοηθειών
ανάβω την κόκκινη λάμπα κι από τα λόγια της ξεπηδάει ένα βυθός που με παρασέρνει
κι εκείνο το πρώτο που με τρόμαξε τώρα ηρεμεί

τρόμαξε πιο πολύ εκείνη

ηρέμησε

γύρισε το μεγάλο της πρόσωπο και είδα τα δάκρυά της στεγνά επάνω στα μάγουλά της
και τους ναύτες με τα δαρμένα στήθια να την χαιδεύουν στους ώμους

1 σχόλιο:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Όταν γράφεις, δημιουργείς κάτι μαγικές εικόνες στο νου μας...