Κυριακή, 30 Ιανουαρίου 2011

Τ’αδύναμα χέρια μου

Όσα μου εμπιστεύτηκες
Την αγάπη σου,
Την έβαλα σε χώμα ν ανθίζει.

Και πλέκω να επιμηκύνω το σύμπαν,

Σαν τον ήχο του τραίνου που φεύγει
κι έρχεται,
μια αποβάθρα μεσ’τη σιωπή
να περιμένει,

Μετανιωμένοι φαντάροι που θέλησαν ν αλλάξουν τον κόσμο
Με τα παπούτσια τους φτηνά και ξεφτισμένα
Μ ένα λουλούδι στο πέτο.

Να σέρνονται πίσω από ονόματα και ταμπέλες
Τους κοιτώ που προχωράνε σαστισμένοι,
Δαρμένοι, βασανισμένοι
Με το αίμα να τρέχει απ’το σαγόνι

Χαμένοι από τη μάχη πολλές φορές
Σε δίκες στημένες πολλές φορές,

Σε μπουλούκια και μάγους,
Δικαιοσύνη, σου λέει ο άλλος.

Αυτά έβαζες στην αγάπη σου
Την ομορφιά σου στον κόσμο

Μα αλλιώς ήρθαν τα πράματα

Τι ξέρεις από μένα και τ’αδύναμά μου χέρια;
Με τέτοιο θυμό μίλησες
Δικαιοσύνη, σου λέει ο άλλος.

Με τις λέξεις βουβές ιδιωτικές
συγκινήσεις σιωπής που σου μαθαίνει ο χρόνος
με τα δόντια σφιγμένα, ηλεκτροσόκ,
ένα βιασμένο χαλί που σε τραντάζει ολόκληρο
κι αναρωτιέσαι αν είσαι ακόμη ζωντανός με τέτοιο τίναγμα
και τι έχεις κάνει λάθος

γι αυτό την αγάπη σου την έχω, την φροντίζω
στην περιποίηση, όταν περνάει απέναντι,
στις σκάλες,
στους διαδρόμους,

κι αλλοίμονο, είναι φορές που κλαίω
για όσους χάθηκαν, και δεν θα δούμε πια
ν ανηφορίζουν στη ρίζα του ήλιου
βασανισμένοι, κουρασμένοι

μα ελεύθεροι, ωραίοι, και πάντα ερωτευμένοι.

Δεν υπάρχουν σχόλια: