Τρίτη, 25 Ιανουαρίου 2011

Άγνωστος στρατιώτης

Ποιο πολύ απ όλα με πονάν τα σκοινιά που μου έχεις δώσει
Και κρέμονται,
Στην πλάτη μου

Ότι μπορεί κανείς
Εγώ να στέκω προσοχή στην πρώτη γραμμή
Ένας ελέφαντας και να γελάω
Τέτοιο στρατιώτη με έντυσες
Να κουβαλάω τους χυμούς σου
Που τόλμησα τον ήλιο να κοιτάξω

Που τόλμησα τον ήλιο να κοιτάξω
Όσο δεν άντεξε να γυρέψει από κανέναν ο ήλιος.
Να χτυπάν τα σίδερα κι εσύ φονιάς
Να αλλάζεις προσκεφάλι και να κοιμάσαι άχαρα
Σου έφεραν νέα από το μέτωπο;
Κι εγώ να στέκομαι ολόρθα και πεθαμένος.
Με την αγάπη κατάστηθα κι ένα τριαντάφυλλο
Στα χέρια,

Ποτέ δεν τόλμησες στην εποχή σου να το παραδεχτείς
Θυμάσαι,
Κι αυτά που λέω, και κείτομαι τώρα εδώ χάμου γυμνός και κρύος,
Σαν τα πουλιά που ταξιδεύουν στ αλώνια,
Ω, άγνωστος,
και πεθαμένος χρόνια τώρα,

Για μια φωτιά που σβήνεις ενώ παλεύει να ζήσει
Μα όχι, όχι μας λένε
Να σβήσει, να σβήσει
Να εξισώσεις τη ζωή ή το θάνατο.
Να μην μπορείς να διαχωρίσεις τον πόνο απ τη λαχτάρα.
Λαχτάρα,
Αχνά που σε τραγούδησαν απλά

Και ξανά τραγούδι, και ξανά τραγούδι
Κάποιες λίγες λέξεις απλές –
πολύ απλές για κείνον
που έμαθε τις λέξεις να γεμίζει.
Κι εγώ σιωπή.

Δεν ξέρω, τόσο καιρόν που μένω εδώ,
Στην πέτρα ή αλλιώς
Και τριγυρνάω στα βάθη της καρδιάς σας
Ω έλληνες,
Στα πέρατα του χρόνου τα βάθη μας ενώσαν τις καρδιές όλου του κόσμου.

Ποια χείλι;
Σφαλιστά.
Γι αυτό τα χείλι γράφονται με ι
Γιατί είναι δύο κομμάτια τους, ένα πάνω ένα κάτω, σφιχτά δεμένα
Ανίκανα να μιλήσουν
Το ρήμα αυτό μιλώ δεν το κατέχουν

Θυμωμένο στόμα στην σιωπή.

Κι αυτή η ανταρσία;
Τόσο μικρός και παγωμένος εγώ, σε μιαν άκρη ακόμη
Ποιος με κοιτά καθώς περνάει
Και τα αγόρια μόνο κάθονται
πέρα δώθε.
Να λογαριάζουν μεσ’τη ζέστη και στον αγέρα
στις φωτιές και στα μολότοφ, στις σύριγγες και στα γκλομπς;

Να χαν στα στήθη τους μεγάλη τέτοια αρχοντική παλικαριά,
Που να κλαιγαν στα στήθη τους
Τόσα δάκρυα
Που δεν τα γνώρισα ποτέ κι ήταν για μένα.
Με τόσα που είδαν,
Μα με κάναν από πέτρα στ’αλήθεια
Και δεν μπορώ να μιλήσω.

Κάποιοι με θυμούνται,
Κάποιοι με ξεναγούν σε μονοπάτια μίσους
Και κάνουν πως με ξέρουν καλά
Ένας στρατιώτης ποτέ δεν σφάζει παιδιά.

Αλλιώς μήπως στην γλώσσα ετούτην που έχουμε
Μέσα στις λέξεις, στην κρυφή βαθιά μουσική μας,
Του κόσμου του ανθρώπινου, σε τούτες τις λέξεις
Και στα φωνήεντα…
- μα τι περίεργα που μιλάς στρατιώτη.
Είναι στρατιώτης ένας που σφάζει παιδιά;
Για πιο καλό ποτέ στον τόπο τούτο,
Για πιο καλό στη μάνα γη,
Δεν είδε το ραπανάκι
Δεν είδε τη βροχή
Δεν χάιδεψε ποτέ ο αγέρας τα μαλλιά του
Τι άνθρωποι
Και τι ζωή είν’αυτή που ζούνε.

Τρέμουν τα φυλλοκάρδια μου
Αν ακούτε…

Σε λίγες λέξεις που αιωρούνται σαν ρούχα απλωμένα
Κρύος και ατέλειωτες οι λέξεις μου
Σαν σκέψεις που καθρέφτισα


Πολλές φορές μιλάμε για έναν καβαλάρη,
Σε ένα όμορφο άλογο
Μα εδω μιλάμε για έναν απλό στρατιώτη.
Έναν άγνωστο στρατιώτη, που πολέμησε σε κάποια γραμμή
Σε ένα τρένο χωρίς κανέναν
- και μη με ρωτήσετε γιατί γράφουμε το τρένο με έψιλον
γιατί το τρένο ήταν άδειο
κι όμορφο θα πω εγώ,

Ανταρσία των γραμμάτων
Εφώναξαν ευθείς οι φαρισαίοι.
Λάθος, λάθος.
Τίποτε δεν αλλάζει και δεν θα αλλάξει ποτέ.

Λάθος,
χρόνια τώρα κάθουμαι,
όσο ν ανθίζει ο ουρανός κι ουρανός ν ανθίζει
είδα πολλά τα πρωιά
Κάθε ένα του, με τη δική σου σπιθαμή ιδρώτα στο μέτωπο
Και τη δική μου.
Να ταξιδεύω για μιαν Ιθάκη
Που ο λόγος του μου δωκεν κρυφή την χάρη

Λίγες λέξεις, λίγες λέξεις.
Μόνο μία.
Η αγάπη.
Σε όλες τις γλώσσες που κοίταξα,
Μα στη δικιά μου ξέρω.
Με άλφα πάντα γράφεται η αγάπη
Γιατί το γράμμα πολεμάει να μείνει εκεί
Αιώνες τώρα
Κι έχει αντέξει.

Όπως κι εγώ που κάθομαι και παίζω σφυριχτά με τις λέξεις.
Κάποιες που είπα, κάποιες που είπες,
Συνάφεια των πραγμάτων και των περαστικών.
Μπροστά στα μάτια των νόμων.

Των απέραντων νόμων της ζωής και του δικαίου του άχαρου
Να ζεις, κι από χώμα, και πέτρα, να ξαπλώνεις όρθιος
Και να κοιτάς τον ουρανό καρφωμένος στο έδαφος.
Πειθαρχημένα όχι από φόβο
Αλλά από ένα όνειρο που υπηρετείς πιστά.
Κι αυτό πρεσβεύεις.

Κι αυτό το σέβεται ο στρατιώτης,
Γιατί είμαστε άνθρωποι.

Κι αν τα λόγια μου τούτα λες δεν σε αγγίζουν
Γύρνα προσκεφάλι και κοιμήσου
Μα αφού έφτασες εδώ άσε γλυκά να σε κοιμήσουν
Κι αύριο το πρωί στη μέθη γύρε της ζωής
Και στην ομορφιά του κόσμου
Αιώνες την κοιτούσα
Χρόνια το ξέρεις
Τώρα το λέω.
Απλά, γιατί κάθε γενιά άφησε λίγο από το αίμα της
Και πάντα ήλπιζα, όχι στο πιο πολύ,
Μα στο καλύτερο
Κι είναι η ελπίδα οι άνθρωποι που είναι ακόμη ζωντανοί.

Ω, χαίρε στρατιώτη της αυγής,
Η αυγή δεν μιλάει, στέλνει μόνο το χαρμόσυνο μήνυμά της
Για την ομορφιά του κόσμου λέει
Και τη γωνιά μας στον ήλιο
Για μια θέση για μας κάτω στη γή
Με τα ποδάρια και τις πλάτες δεμένες σαν σκοινιά στην πλάτη μας
Ω αγαπημένες μου, Κυριακές,
Θυμηθείτε και φιλήστε μου τη θάλασσα
Μόνο για κείνην ζω,
Στα κύματα, σαν δορυφόρος ή σαν πλανήτης
Σαν αποσπασματική πικρή παντομίμα
Που σε τσακίζει και σου δίνει μια.
Ούτε που προλαβαίνεις

Και σ όλη αυτή την λέξη,
Να κρέμεται η ζωή
Άγνωστος κι άνθρωπος,
Πεθαμένος και κρύος.
Αν η Αγάπη στρατιώτη

Να μην ξεχνάς
Βουβή είναι η λέξη που χώρεσε τούτα τα γράμματα,
Και παραπάνω αν σου πω,
Δεν ξέρω τι θα μείνει
Να στεγαστεί στην άβυσσο ακόμη κι απόψε
Και να ναι οι λέξεις τούτες ένα όνειρο
Να κοιτάς τριγύρω λες
Ενας άγνωστος στρατιώτης, ένα μνημείο στη θάλασσα

Και κάθε που θ αρμενίζω, σαν ναύτης πια,
Θα τριγυρίζω τις νύχτες στις πόλεις και στα λιμάνια
Να βρω στους ήχους της νύχτας λίγο από εκείνη την λεβεντιά
λουλούδια και ήχοι
Σε ένα όμορφο συναπάντημα
Μιας εποχής που μπόρεσε και χώρεσε σε κάποιες λέξεις
Ότι κατάφερνε να συλλέξει από το άπειρο
Χωρίς παρέμβαση από τρίτα στοιχεία.

Η ακόμη αυτός ο ποιητής,
Που να τον χωρέσει η άβυσσος;
Τον ξέρουμε τώρα πια νεοέλληνες τον θάνατο
Μα προτιμάμε τη ζωή
Μέχρι την ώρα που κι άλλοι θα γεννηθούν ξανά.
Γιατί τούτες οι φράσεις είναι μια λύση,
Και τούτος ο κόσμος,
Εσύ
Να γεμίσεις την τσάντα με λίγο νερό
Και κάποια πράγματα για φαγητό
Θα έχουμε δρόμο όμορφο και μακρινό.
Αγαπάμε.

Γιαγιά, η αγάπη δεν είναι το πιο σημαντικό;
Ναι παιδί μου, η αγάπη.
Κι έστρωσε μπρίκι να κάνει καφέ.


Βρυξέλλες, Τρίτη 25 Ιανουαρίου 2011

1 σχόλιο:

ο δείμος του πολίτη είπε...

Υπέροχο. Γεμάτο συναίσθημα.