Τρίτη, 1 Ιουνίου 2010

Τα χρωστούμενα

Μαζεύτηκαν σε μια σειρά, όλοι τους. Ενας, ένας περνούσε και άφηνε ένα κέρμα. Το κέρμα στριφογύριζε επάνω στο τραπέζι και μετά σιωπούσε. Περνούσε ο επόμενος. Και ο επόμενος. Τα κέρματα μαζεύτηκαν, τα έβαλε ο άνθρωπος στην τσέπη. Καληνύχτισε όσους είχαν μείνει θαμώνες στο μαγαζί και γύρισε την πλάτη του προς την πόρτα. Την άνοιξε κι έφυγε. Την επόμενη μέρα, απόγεμα θα ήταν πάλι, πήγε και κάθισε στο τραπέζι κοντά στην πόρτα, από την άλλη μεριά της σόμπας. Πάλι ένας ένας άρχισαν κάποιοι να σηκώνονται, και χωρίς μιλιά, άφηναν πάλι ένα κέρμα στη γωνία του τραπεζίου διαγώνια του. Οταν η σειρά σταμάτησε, έβαλε πάλι τα κέρματα στην τσέπη του παντελονιού του και έκλεισε την πόρτα πίσω του τελευταίος, αμίλητος.

Δεν ξαναπήγε την επόμενη, ούτε την μεθεπόμενη μέρα. Κι όσοι δεν τον είδαν, χάρηκαν γιατί τους καθότανε βαριά τα χρωστούμενα, και προτιμούσαν να μην τον βλέπουν.


1.06.010

1 σχόλιο:

Savvas είπε...

Κοπελα μου γλυκεια .. διαβαζω και ξαναδιαβαζω τα ποιηματα σου.
Εχω ενθουσιαστει και χαιρομαι πολυ που εχεις τοση εμπνευση.. αν και δεν αμφεβαλα ποτε για σενα. Παντα θαυμαζα το ταλεντο και τη δυναμη που κρυβεις μεσα σου..

Δεν μ'αρεσει που επικοινωνω μαζι σου ετσι μετα απο τοσο καιρο αλλα ηθελα να σου μιλησω και δεν βρισκω αλλο τροπο.

Σαββας